Λίγες ημέρες πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το ρεκόρ κομματικής εκπροσώπησης της Μεταπολίτευσης, δηλαδή η επτακομματική Βουλή, είναι πιθανόν να καταρριφθεί.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η παρουσία επτά κομμάτων στη Βουλή είναι μόνιμο χαρακτηριστικό στις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, ενώ σε δεκαέξι εθνικές εκλογές καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, έχει επιτευχθεί άλλες δύο φορές, μία το 1977 και άλλη μία το 1990.
Στις υπόλοιπες έντεκα μεταπολιτευτικές εκλογές για το εθνικό κοινοβούλιο, πέντε φορές εισήλθαν στη Βουλή πέντε κόμματα, άλλες τόσες κατέλαβαν έδρες τέσσερα κόμματα, ενώ το 1981, όταν θριάμβευσε πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή ήταν η «φτωχότερη» με τρικομματική σύνθεση (ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΚΚΕ).
Στις προσεχείς εκλογές έως και εννέα κόμματα διεκδικούν με δημοσκοπικές πιθανότητες την είσοδό τους στη Βουλή με νέους υποψήφιους τη Λαϊκή Ενότητα του Π. Λαφαζάνη και «έκπληξη» την Ενωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη.
Από τις εκλογές του 1926, όταν καταργήθηκε το σφαιρίδιο και η ψηφοφορία διεξήχθη πρώτη φορά με ψηφοδέλτια, η κομματική εκπροσώπηση πέρασε διάφορες φάσεις. Η πολιτική και οικονομική συγκυρία, ο βαθμός της πόλωσης, αλλά κυρίως το εκλογικό σύστημα επηρέαζαν την κομματική εκπροσώπηση και την ποικιλομορφία του ελληνικού Κοινοβουλίου.
Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1926, σε τριάντα μία εκλογικές αναμετρήσεις, το εκλογικό σύστημα άλλαξε και προσαρμόστηκε στα μέτρα των κυβερνώντων, δεκαεννέα φορές, γεγονός που καταγράφεται ως παγκόσμιο φαινόμενο και ελληνική ιδιαιτερότητα.
Το ρεκόρ κομματικής εκπροσώπησης κατέχει η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου του 1926, οι οποίες διεξήχθησαν με απλή αναλογική, ενώ ίσχυσε πρώτη φορά η γενικευμένη ψηφοφορία με ψηφοδέλτια. Τότε, με εγγεγραμμένους εκλογείς που αποτελούσαν το 26% του συνολικού πληθυσμού και ψηφίσαντες μόλις το 16,02%, δεκαπέντε κόμματα κατέλαβαν έδρανα, ενώ εξελέγησαν και δεκαπέντε ανεξάρτητοι υποψήφιοι.
Στη συνέχεια, το 1928, με πλειοψηφικό σύστημα, οι «εισακτέοι» μειώθηκαν στους δέκα και παρέμειναν πάλι δέκα το 1932 όταν επανήλθε το αναλογικό σύστημα.
Η εκ νέου εφαρμογή του πλειοψηφικού συστήματος το 1933 επέτρεψε μόνο σε τρία κόμματα (Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, Εθνικός Συνασπισμός και Αγροτικόν Κόμμα Ελλάδος) να μπουν στη Βουλή, ενώ το ίδιο συνέβη και το 1935 με το ίδιο σύστημα. Ομως, το 1936, στις τελευταίες εκλογές πριν από τη δικτατορία του Ι. Μεταξά, η αλλαγή του εκλογικού συστήματος σε αναλογικό, προκάλεσε εντυπωσιακή αύξηση και τα κόμματα της Βουλής από τρία έγιναν έντεκα.
Η παρουσία έντεκα κομμάτων στις εκλογές του 1936 είναι η δεύτερη καλύτερη επίδοση κομματικής εκπροσώπησης στο ελληνικό Κοινοβούλιο τα τελευταία ογδόντα εννέα χρόνια που η ψηφοφορία διεξάγεται με ψηφοδέλτια.
Μετά τον πόλεμο, από το 1946 και έως το 1964, όταν διεξήχθησαν οι τελευταίες εκλογές πριν από την απριλιανή δικτατορία, σε καμία από τις εννέα αναμετρήσεις δεν κατάφεραν να μπουν στη Βουλή περισσότερα από δέκα κόμματα. Συγκεκριμένα, το 1946, μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, υπήρχαν οι προϋποθέσεις, λόγω και του αναλογικού εκλογικού συστήματος, μιας έντονης κοινοβουλευτικής ποικιλομορφίας, αλλά λόγω της αποχής του ΚΚΕ και άλλων κομμάτων που το μιμήθηκαν, μπήκαν στη Βουλή επτά κόμματα.
Στις 5 Μαρτίου 1950, μετά το οριστικό τέλος του Εμφυλίου με αποδυναμωμένο τον δικομματισμό (Λαϊκό Κόμμα και Κόμμα Φιλελευθέρων) και ισχύοντος ακόμη του αναλογικού συστήματος κατέλαβαν έδρες δέκα κόμματα.
Μετά τις εκλογές του 1950 και έως το 1964 σε επτά αναμετρήσεις (οι πέντε με ενισχυμένη αναλογική και οι δύο με πλειοψηφικό) καμία κοινοβουλευτική περίοδος δεν φιλοξένησε περισσότερα από έξι κόμματα. Με το πλειοψηφικό σύστημα διεξήχθησαν οι εκλογές του 1952 (θρίαμβος Παπάγου) και του 1956 («τριφασικό» σύστημα του Κ. Καραμανλή) από τις οποίες προέκυψαν συνθέσεις μόνο με τρία κόμματα.
Με ενισχυμένη αναλογική, το 1951, η σύνθεση της Βουλής είχε έξι κόμματα. Τον Μάιο του 1958, όταν η ΕΔΑ ανακηρύχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση, τα κόμματα ήταν πέντε, τον Νοέμβριο του 1963 τέσσερα, ενώ στις εκλογές τις αποκαλούμενες «βίας και νοθείας» τον Οκτώβριο του 1961 ήταν τρία κόμματα, όσα και τον Φεβρουάριο του 1964.
