Διόλου τυχαίο ή συμπτωματικό πως η συζήτηση για ένα διευρυμένο εθνικοενωτικό κυβερνητικό μέτωπο ξεκίνησε και στα ξένα μέσα ενημέρωσης την ίδια στιγμή που φούντωσε στην Ελλάδα. Εφόσον απέτυχε το αρχικό σενάριο ανατροπής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά και του ίδιου του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα (φανερά μεθοδευμένο από την ηγεσία της Ευρώπης, με τα συνεχή πισωγυρίσματα στις συμφωνίες κατά τη διάρκεια των πεντάμηνων διαπραγματεύσεων), η αμέσως επόμενη κίνηση είναι η προώθηση ενός σχεδίου, στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναγκαστεί να συγκυβερνήσει με ένα από τα κόμματα της μέχρι πρότινος αντιπολίτευσης (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι), κάτι που μέχρι τώρα ο Αλ. Τσίπρας αποκλείει ως ενδεχόμενο.
Ηδη, από τις 13 Ιουλίου -μία ημέρα μετά τη σύναψη της συμφωνίας με την Ε.Ε.- η γερμανική εφημερίδα Bild εκτιμούσε πως ο πρωθυπουργός θα ζητούσε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας, προκειμένου να περάσει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα από το κοινοβούλιο, δεδομένης της έντονης αντίδρασης στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.
Στην ίδια γραμμή κινούνταν και η γαλλική Le Monde, η οποία προέβλεπε εκλογές στις 2 Αυγούστου και κυβέρνηση εθνικής ενότητας, εάν δεν υπήρχε συμφωνία. Αλλά και το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, στις 28 Ιουλίου, συνέτεινε με τις δηλώσεις Σαμαρά πως «αν δεν είναι ικανός ο Τσίπρας να διασφαλίσει τη θέση της χώρας στην Ευρώπη, πρέπει να δημιουργήσει κυβέρνηση εθνικής ενότητας».
Τα αίτια
«Για τον ίδιο λόγο που γίνεται στην Ελλάδα, έτσι και στο εξωτερικό προωθείται ένας πιο ήπιος αντίλογος στις ηγεμονικές πολιτικές τις εποχής» εξηγεί ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης, καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Με τις εκλογές της Ιρλανδίας και της Ισπανίας να πλησιάζουν, το βότσαλο που έριξαν στη λίμνη της Ευρώπης οι εκλογές του Ιανουαρίου και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος πρέπει να αναχαιτιστεί, ώστε να περιοριστούν πιθανές αντίστοιχες αναταράξεις».
Δύο είναι οι κύριοι λόγοι που τόσο τα συστημικά μέσα ενημέρωσης όσο και πολλοί από τους πολιτικούς της αντιπολίτευσης επιζητούν μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, σύμφωνα με τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη. «Οι δυνάμεις που στήριξαν τις πολιτικές λιτότητας τα τελευταία χρόνια αξιοποιούν τα συναισθήματα των εθνικών θεσμών για να ξεπεράσουν με τεχνικό τρόπο τις βαθιές κοινωνικές τομές που δημιούργησαν ακριβώς οι πολιτικές τους.
»Τι θέλουν δηλαδή; Επιθυμούν να ξεπεράσουν τη συγκρότηση εθνικών συμμαχιών που δημιουργήθηκαν λίγο πριν από το δημοψήφισμα και που είχαν σαφές ταξικό πρόσημο. Μιλώ για τα πληττόμενα στρώματα (εργαζόμενοι, άνεργοι), την παλαιά μικροαστική τάξη (μικροεπιχειρήσεις) και τη νέα (ελεύθεροι επαγγελματίες, ιδιώτες κ.ά.). Ολοι αυτοί συνασπίστηκαν σε έναν υπερκομματικό σχηματισμό, με ξεκάθαρες ταξικές -το ξαναλέω- και βαθιές κοινωνικές αναφορές».
«Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός λόγος», εξηγεί ο κ. Σπουρδαλάκης. «Ο δεύτερος και πιο στενά πολιτικός είναι και ο πιο προφανής: ότι δηλαδή κόμματα που είναι μικρότερα ή ήταν μεγάλα και πια έχουν μειώσει τραγικά τα ποσοστά τους επιθυμούν να διατηρηθούν και πάλι στο πολιτικό προσκήνιο. Παρεμβάσεις και δηλώσεις τύπου “η κοινωνία έχει ανάγκη μιας διακομματικής κυβέρνησης” ουσιαστικά ακούγονται, για να δείξουν στους ψηφοφόρους τους ότι, ακόμη και με χαμηλά ποσοστά, θα μπουν στην κυβέρνηση», διευκρινίζει ο καθηγητής.
«Κυβερνήσεις συνασπισμών έχουμε από το 2010 και μάλιστα με ποικίλες αποχρώσεις. Αρα δεν είναι ένα νέο εύρημα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα σχηματιστούν και πάλι τέτοιες κυβερνήσεις, αλλά τι ιδεολογική και πολιτική κατεύθυνση θα έχουν», επισημαίνει.
Κυβέρνηση τεχνοκρατών;
«Υποστηρίζοντας εγχώριοι αλλά και ξένοι παράγοντες -είτε μέσα είτε πολιτικοί- μια κυβέρνηση τεχνοκρατών ή “προσώπων ευρείας αποδοχής”, όπως την ονομάζουν, προσπαθούν να αναθερμάνουν τη λογική ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση ούτε στις πολιτικές λιτότητας των μνημονίων ούτε ως προς τη διαχείρισή τους. Αλλά και αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα όσα έχουν ξεκάθαρα δηλώσει οι πολίτες και στις εκλογές του Ιανουαρίου και με το δημοψήφισμα του Ιουλίου», πρόσθεσε ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης.
«Πράγματι οι ψηφοφόροι έχουν εκδηλώσει έναν έμπρακτο σκεπτικισμό για το πώς έχουμε φτάσει έως εδώ και αναζητούν εναλλακτικές. Τρανό δείγμα και πάλι, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Αυτή η αναζήτηση τείνει να επανακαθορίσει το τοπίο της πολιτικής εκπροσώπησης και του κομματικού συστήματος. Και σε αυτό πατάνε όσοι επιθυμούν να υπάρχουν στο πολιτικό προσκήνιο, ακόμη και με μικρή εκλογική επιρροή», συμπλήρωσε.
Ο ρόλος της Χρυσής Αυγής
Μια παράμετρος που δεν έχει προβληθεί όσο θα έπρεπε από όσους υποστηρίζουν την «κοινωνική» και «πολιτική» αναγκαιότητα μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας είναι ο παράγοντας Χρυσή Αυγή. Ενας διευρυμένος διακομματικός κυβερνητικός σχηματισμός ανάγει την ίδια στιγμή τη Χρυσή Αυγή σε κεντρικό πυλώνα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Και αν λάβουμε υπόψη μας τις δημοσκοπήσεις που δίνουν στο κόμμα αυτό μεγαλύτερα ποσοστά από ό,τι έλαβε τον Γενάρη (ίσως να είναι και τρίτο κόμμα), ενώ ταυτόχρονα στη Γαλλία το κόμμα της Λεπέν βγαίνει πρώτο σε πρόθεση ψήφου, η προοπτική να κινεί τα νήματα της κεντρικής αντιπολιτευτικής γραμμής η Χρυσή Αυγή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη, εκτιμούν άλλοι έγκριτοι εκλογολόγοι.
ΔΕΘ – Αλ. Τσίπρας
«Η χώρα θα κυβερνηθεί»
«Κάποιοι θα επιχειρήσουν ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει κομμάτι του παλιού. Δεν θα τους γίνει η χάρη». Με αυτές τις φράσεις επιχείρησε ο Αλέξης Τσίπρας να διαλύσει τα «νέφη» πάνω από τις συνεργασίες, στις οποίες θα αναγκαστεί να προχωρήσει ώστε να σχηματίσει κυβέρνηση την επομένη των εκλογών. «Ολοι δίνουν τη μάχη να μας αναγκάσουν να είμαστε όμηροι των παλαιών κομμάτων», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά, ενώ επιτέθηκε στον πρόεδρο της Ν.Δ. λέγοντας ότι «είναι οξύμωρο να ζητάει ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης συνεργασία με κάποιον που αποκαλεί ψευτράκο, αλητάκο κ.λπ.».
Κατηγόρησε μάλιστα τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ ότι είχαν σχεδιάσει την «αριστερή παρένθεση» και θέλησε να διαβεβαιώσει άπαντες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κερδίσει τις εκλογές. Ανέφερε ενδεικτικά ότι ο ίδιος θέτει στόχο την υπέρβαση του αριθμού των 151 εδρών και επισήμανε ότι «η χώρα θα κυβερνηθεί. Το παλιό δεν θα βάλει όρους και προϋποθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ».
