ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χάρης Ιωάννου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αντιμέτωπος με ένα διακομματικό τσουνάμι αντιδράσεων απέναντι στο εργασιακό νομοσχέδιο με άρωμα Μεσαίωνα ήρθε χθες στη Βουλή ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης. Κατά την πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζήτησαν την απόσυρση του νομοσχεδίου καταγγέλλοντας «έκτρωμα» και «οδοστρωτήρα».

Αίσθηση προκάλεσε και η αιχμηρή κριτική της βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης της Ν.Δ. και εργατολόγου Αννας Ευθυμίου, η οποία ζήτησε σειρά βελτιώσεων και προσθήκη ασφαλιστικών δικλίδων στο νομοσχέδιο. Από την πλευρά του ο –συνήθως ψύχραιμος– υπουργός Εργασίας εμφανίστηκε προκλητικός και αμετανόητος, υποστηρίζοντας ότι οι απλήρωτες υπερωρίες με αντάλλαγμα ένα ρεπό στο μέλλον είναι… «ρυθμίσεις Ευρώπης και κοινής λογικής» που «συμφιλιώνουν την προσωπική ζωή με την επαγγελματική».

Η συνεδρίαση ξεκίνησε σε υψηλούς τόνους με τη Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου (ΣΥΡΙΖΑ) να καταγγέλλει το «αντεργατικό, αντισυνταγματικό και αντιδραστικό» νομοσχέδιο και τον Χρήστο Κατσώτη (ΚΚΕ) να υπογραμμίζει ότι η κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα ούτε να καταργεί τον σταθερό ημερήσιο χρόνο δουλειάς ούτε να παρεμβαίνει στα συνδικάτα.

Στην τοποθέτησή της η εισηγήτρια και αρμόδια τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ επέκρινε ευθέως τον υπουργό Εργασίας ότι νομοθετεί καθ’ υπαγόρευση του ΣΕΒ, προωθώντας όσα δεν μπόρεσαν να επιβάλουν με τα μνημόνια. «Βγάζετε από τη ναφθαλίνη το θατσερικού τύπου μοντέλο εργασίας», σημείωσε η κ. Ξενογιαννακοπούλου, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι κηρύσσει τον πόλεμο στους εργαζόμενους, χρησιμοποιώντας την πανδημία ως ευκαιρία για τη διάλυση εργασιακών δικαιωμάτων.

Οπως εξήγησε, το νομοσχέδιο «καταργεί το οκτάωρο και μειώνει τους μισθούς, επιβάλλει τη δεκάωρη εργασία με μείωση αποδοχών, το σπαστό ωράριο στη μερική απασχόληση και τον διπλασιασμό των φθηνών υπερωριών. Καταλύει τις συλλογικές συμβάσεις και οδηγεί σε ανεξέλεγκτες απολύσεις. Πραγματοποιεί μία επίθεση χωρίς προηγούμενο στις συνδικαλιστικές ελευθερίες και στο δικαίωμα της απεργίας».

«Πελατειακή πολιτική»

Σε παρόμοιο μήκος κύματος και ο Γιώργος Μουλκιώτης (Κίνημα Αλλαγής) κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «η πολιτική της δεν είναι ευρωπαϊκή, είναι πολιτική εξυπηρέτησης συμφερόντων, είναι πελατειακή, βαθιά αντιδραστική και θατσερική». Οπως είπε, «δημιουργεί μια Ελλάδα-ειδική οικονομική ζώνη, με εργαζόμενους είλωτες, μια εργασιακή γαλέρα, όπου ανάπτυξη σημαίνει η ασυδοσία των ισχυρών και η εκμετάλλευση των αδυνάμων».

Ο Χρήστος Κατσώτης (ΚΚΕ) χαρακτήρισε «Χατζηθάφτη» τον κ. Χατζηδάκη, λέγοντάς του ότι μισεί τον κόσμο της εργασίας. Με το νομοσχέδιο αυτό «γυρίζει τις συνθήκες ζωής και εργασίας στον 19ο αιώνα και βάζει μπουρλότο στη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων», επισήμανε και πρόσθεσε μεταξύ άλλων ότι η κυβέρνηση καθιερώνει το 10ωρο χωρίς υπερωριακή αμοιβή αλλά με ατομική σύμβαση, αυξάνει τις υπερωρίες και τις κάνει πιο φτηνές, γενικεύει την εργασία τις Κυριακές, καταργεί κάθε προστασία για τις απολύσεις, καταργεί συνδικαλιστικές ελευθερίες και ποινικοποιεί τους αγώνες των εργαζομένων.

Η Μαρία Απατζίδη (ΜέΡΑ25) κατηγόρησε τον υπουργό ότι δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα στην αγορά εργασίας και ζήτησε να μην ψηφιστεί το νομοσχέδιο-«τερατούργημα που εξυπηρετεί την παρασιτική ολιγαρχία» και καταργεί όσα δικαιώματα έχουν απομείνει. Ακόμη και η Μαρία Αθανασίου (Ελληνική Λύση) προειδοποίησε ότι το νομοσχέδιο παραδίδει τους εργαζομένους στις ορέξεις των εργοδοτών.

Μετά την ομοβροντία αντιδράσεων, ο υπουργός Εργασίας προσπάθησε να απαντήσει κάνοντας το άσπρο μαύρο, λέγοντας ότι το νομοσχέδιο… «δίνει δύναμη στον εργαζόμενο». Απαντώντας στις επικρίσεις για την –επί της ουσίας– κατάργηση του ωραρίου, επιχείρησε να διαχωρίσει τις υπερωρίες από τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας. «Μόνο τα τρολ του ΣΥΡΙΖΑ διακινούν στο διαδίκτυο ότι οι υπερωρίες πληρώνονται με ρεπό», σημείωσε ο κ. Χατζηδάκης και παραδέχτηκε ότι οι υπερωρίες από 96 ώρες στη βιομηχανία και 120 στις υπηρεσίες αυξάνονται ετησίως στις 150 ώρες «που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε.».

Αντίστοιχα για τη διευθέτηση σημείωσε ότι «όταν δουλεύουν οι εργαζόμενοι περισσότερο δεν πληρώνονται με ρεπό, όπως λέτε εσείς, αλλά πληρώνονται με παραπάνω χρήματα κοπιάζοντας περισσότερο φυσικά. Οταν μπουν σε καθεστώς διευθέτησης δεν αυξάνεται ο συνολικός τους εργασιακός χρόνος, αλλά ο χρόνος αυτός “απλώνεται” περισσότερο», χωρίς να εξηγήσει πώς αυτό θα διασφαλιστεί στην πράξη. Κατηγόρησε ταυτόχρονα τον ΣΥΡΙΖΑ για υποκρισία, λέγοντας ότι ενσωματώνει κοινοτική οδηγία που είχε υπογραφεί επί των ημερών του.

Οσο για τα σωματεία και τις απεργίες, επέμεινε ότι «άλλο απεργία, άλλο παρανομία», υπερασπιζόμενος την απαγόρευση κήρυξης μιας καταχρηστικής απεργίας από ανώτερου βαθμού σωματείο. Ο κ. Χατζηδάκης επέστρεψε τα πυρά που δέχτηκε, μιλώντας για «αραχνιασμένη αντιπολίτευση, πολιτική σύγχυση και εμπάθεια» και εκτίμησε ότι ο ίδιος στο τέλος θα δικαιωθεί.

Σημειώνεται ότι τόσο ο υπουργός όσο και ο εισηγητής της Ν.Δ. αναφέρθηκαν και σε κάποια θετικά σημεία του νομοσχεδίου, όπως την άδεια 14 ημερών για νέους πατέρες, το δικαίωμα της αποσύνδεσης στην τηλεργασία, τη θέσπιση της ψηφιακής κάρτας εργασίας κ.λπ. Η συζήτηση συνεχίζεται σήμερα με την ακρόαση των κοινωνικών φορέων και την τρίτη συνεδρίαση (επί των άρθρων) και ολοκληρώνεται την Παρασκευή στην επιτροπή για να εισαχθεί την ερχόμενη Τετάρτη και Πέμπτη στην Ολομέλεια.

Δεν έπεισε ούτε τους βουλευτές της Ν.Δ.

Ομοβροντία κατά του «Χατζηθάφτη» της εργασίας

Η προκλητικά εργοδοτική λογική του νομοσχεδίου Χατζηδάκη δεν πείθει ούτε τους ίδιους τους «γαλάζιους» βουλευτές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εργατολόγος Αννα Ευθυμίου, η οποία υποστήριξε το αυτονόητο σχετικά με τη διάταξη για τη «διευθέτηση» του χρόνου εργασίας, δηλαδή τις υπερωρίες με «πληρωμή» ένα ρεπό στο μέλλον. «Δεν υπάρχει σχέση ισοτιμίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, αλλά υπάρχει σχέση εξάρτησης», τόνισε χαρακτηριστικά, ζητώντας διασφάλιση των εργαζομένων απέναντι σε ενδεχόμενες κακόβουλες προθέσεις εργοδοτών.

Παράλληλα, ζήτησε να μη δοθεί η δυνατότητα για απελευθέρωση ατομικών συμβάσεων, έναντι της συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπως επίσης να μην καταστρατηγηθεί το δικαίωμα της επαναπρόσληψης έναντι κάποιας πρόσθετης αποζημίωσης. Οσον αφορά τη μετατροπή του ΣΕΠΕ σε ανεξάρτητη αρχή, σημείωσε με νόημα ότι η ουσιαστική αναβάθμιση απαιτεί στελέχωση, πόρους, τεχνολογικό εξοπλισμό και διασύνδεση πληροφοριακών συστημάτων.