Επιμένει να κινείται σε αντισυνταγματικά μονοπάτια ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Γ. Κατρούγκαλος, αφού καθυστερεί να δώσει τις αναλογιστικές μελέτες που αφορούν την άρση των παροχών του συνταξιοδοτικού συστήματος προς τους ασφαλισμένους.
Ετσι μπορεί χθες να κατέθεσε στη Βουλή στοιχεία για τη χρηματοοικονομική εξέλιξη του συνταξιοδοτικού συστήματος προβάλλοντας τα οικονομικά της κοινωνικής ασφάλισης (κυρίως δημογραφικές εξελίξεις, συνολικές δαπάνες συστήματος ως ποσοστό του ΑΕΠ και ετήσια αποτελέσματα ως ποσοστό του ΑΕΠ), αλλά σε καμία περίπτωση αυτά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν απαιτούμενες με βάση το Σύνταγμα αναλογιστικές μελέτες.
Σύμφωνα με γνωμοδότηση που υπογράφει ο νυν υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, «…οι αναλογιστικές μελέτες δεν είναι υποχρεωτικές επί αυξήσεων των παροχών αλλά σε κάθε τροποποίηση των παροχών και τούτο ώστε να καθίσταται δυνατός υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας ο έλεγχος της αναγκαιότητας και της καταλληλότητας των ληφθησομένων μέτρων», κάτι που βέβαια δεν υφίσταται στα στοιχεία που κατέθεσε χθες στο ελληνικό Κοινοβούλιο ο Ελληνας υπουργός.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Κατρούγκαλος κρατά κρυμμένες τις αναλογιστικές μελέτες στο συρτάρι του και προτίθεται, όπως επιμένουν οι ίδιες πληροφορίες, να τις καταθέσει κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια (άρα δεν θα υπάρχει χρόνος για διάβασμα και σωστή τοποθέτηση επί της αναγκαιότητας και της καταλληλότητας των ληφθησομένων μέτρων από την πλευρά των βουλευτών).
Στα ελλιπέστατα στοιχεία που παρέδωσε χθες ο κ. Κατρούγκαλος στη Βουλή (περιέχονται μόνον οι αναλογιστικές προβολές σε Δημόσιο, ΙΚΑ, ΟΑΕΕ, ΟΓΑ για το διάστημα 2015-2060) η σύγκριση γίνεται με το ισχύον σήμερα σύστημα συνταξιοδότησης.
Τα κύρια συμπεράσματα είναι τα εξής:
● Ο λόγος συνταξιούχων προς ασφαλισμένους βαίνει συνεχώς αυξανόμενος και υπολογίζεται ότι από το 0,64 του 2015 φτάνει στο 0,73 το 2060.
● Πάντως με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που ήδη έχει συντελεστεί στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης με το σενάριο της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης πετυχαίνεται μια μεσοβραχυπρόθεσμη μείωση των συνταξιούχων που κατά μέσο όρο υπολογίζεται στο 1,4%.
● Οι παροχές του συστήματος (δηλαδή οι συντάξεις) προς τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους εκτιμάται ότι από 11,86% του ΑΕΠ που υπολογίζεται ότι κυμαίνονται το 2015 θα φτάσουν το 9,21% του ΑΕΠ το 2060.
● Μακροπρόθεσμα το ανταποδοτικό τμήμα των παροχών (δηλαδή των συντάξεων) εκτιμάται ότι θα καλυφθεί από τα έσοδα που προκύπτουν από τις εισφορές. Αυτή η «επιτυχία» της αποκλειστικής κάλυψης των παροχών από τις εισφορές στηρίζεται, όπως αναγράφεται σχετικά, στην αλλαγή του συστήματος συλλογής εισφορών σε ελεύθερους επαγγελματίες από τις ασφαλιστικές κατηγορίες (που άλλαζαν ανά τριετία) στον υπολογισμό τους με βάση το καθαρό φορολογητέο εισόδημα.
Μάλιστα οι αναλογιστικές προβολές που εμπεριέχονται στη μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής λαμβάνουν υπόψη και την ενδεχόμενη απόκλιση του μελλοντικού εισοδήματος.
Σύμφωνα με τους αναλογιστές που υπογράφουν τη μελέτη σε ενδεχόμενη απόκλιση μελλοντικού εισοδήματος εκτιμάται ότι το ετήσιο αποτέλεσμα θα αποκλίνει στο βραχυπρόθεσμο διάστημα της προβολής σε σχέση με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, χωρίς όμως να διαφοροποιηθεί η μακροπρόθεσμη τάση.
«Η μακροπρόθεσμη τάση δεν διαφοροποιείται, αφού χαμηλότερες ή υψηλότερες εισφορές κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου διαμορφώνουν αντίστοιχα χαμηλότερες ή υψηλότερες παροχές, όσον αφορά το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης από τη συνταξιοδότηση και μετά».
Σταθερά πάνω από το 16% του ΑΕΠ
Πάντως παρ’ όλη την ασφαλιστική μεταρρύθμιση η συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει για την επόμενη τριετία πάνω από το συμφωνημένο όριο του 16%. Ουσιαστικά όσο διαρκεί το Μνημόνιο 3 ως πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής (δηλαδή μέχρι το τέλος του 2018) η συνταξιοδοτική δαπάνη δεν πιάνει τον μνημονιακό στόχο για δαπάνες κάτω από το 16% του ΑΕΠ.
Συγκεκριμένα η δαπάνη το 2016 προσεγγίζει το 17,16% του ΑΕΠ, ενώ αρχίζει να μειώνεται το 2017 (υπολογίζεται στο 16,65% του ΑΕΠ) και το 2018 που αγγίζει το 16,08%. Η μείωση συνεχίζεται το 2019 και πέφτει στο 15,63%.
Αντιστοίχως ως προς τις επιπτώσεις της μεταρρύθμισης στο έλλειμμα των φορέων κύριας ασφάλισης, το 2019 εκτιμάται ότι θα βελτιωθεί το οικονομικό αποτέλεσμα των φορέων κύριας ασφάλισης κατά 1 δισ. εςυρώ περίπου, ή 0,53% του ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει ότι η κρατική χρηματοδότηση που θα απαιτηθεί για τις κύριες συντάξεις θα είναι αντιστοίχως μειωμένη. Εντύπωση πάντως προκαλεί το γεγονός ότι δεν δίνονται στοιχεία για την επικουρική ασφάλιση, η οποία έχει να επιδείξει και το μεγάλο έλλειμμα που έφερε μεγάλες τριβές κατά τη διαπραγμάτευση με τους δανειστές.
Η συνταξοδοτική δαπάνη για κύριες και επικουρικές συντάξεις, λαμβάνοντας υπόψη τις παρεμβάσεις της μεταρρύθμισης και στις δύο κατηγορίες συντάξεων, παρουσιάζει μείωση το έτος 2019 της τάξης των 1.300 εκατ. ευρώ ή αντιστοίχως 0,66% του ΑΕΠ.
Ολη αυτή η κατάσταση όπως περιγράφεται από το υπουργείο Εργασίας συντελεί ώστε το υφιστάμενο σύστημα να απαιτεί ετησίως την ενίσχυσή του από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσό που υπερβαίνει το 9% του ΑΕΠ. Η αναγκαία αυτή χρηματοδότηση απορροφά πάνω από το 35% των φορολογικών εσόδων που εισπράττονται ετησίως, το οποίο, σύμφωνα με το βασικό σενάριο, το 2019 ανέρχεται περίπου στο 40%.
