Mύθοι και αλήθειες γύρω από την ενεργειακή κρίση αναζητήθηκαν χθες κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του Νικόλα Φαραντούρη, καθηγητή της Ευρωπαϊκής Εδρας Jean Monnet και μέλους του think tank του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. που συμβουλεύει τον Αλέξη Τσίπρα σε θέματα ενέργειας και ανταγωνισμού. Το βιβλίο «Η ενεργειακή κρίση στην Ελλάδα: H δίνη της ακρίβειας, οι προειδοποιήσεις, οι προτάσεις για την έξοδο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση συγκέντρωσε πολλά στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά και πλήθος κόσμου στην ταράτσα ξενοδοχείου του κέντρου με φόντο την Ακρόπολη.

Ο πρόλογος του βιβλίου ανήκει στον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος και μίλησε γι’ αυτό χθες, διαλύοντας εξ αρχής τον μύθο -που αποτελεί και βασικό αφήγημα της κυβέρνησης- ότι για τις τεράστιες αυξήσεις στην ενέργεια ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν, όπως τον κατονόμασε ο πρωθυπουργός στη Βουλή την προηγούμενη εβδομάδα. «Βολική επιλογή ο Πούτιν, καθώς έχει την κατακραυγή όλων μας για την απόφασή του να διεξαγάγει αυτή την παράνομη και καταδικαστέα εισβολή στην Ουκρανία, ωστόσο η μνήμη μας δεν είναι δα και τόσο ασθενής», είπε στην αρχή της παρουσίασης ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, υπενθυμίζοντας ότι «οι τιμές της ενέργειας αλλά και άλλων αγαθών άρχισαν να αυξάνονται σημαντικά ήδη από την άνοιξη του 2021».
Πρωτιές στο ρεύμα
Συμπλήρωσε, δε, πως «η χώρα μας είχε πρωτιές στις τιμές ρεύματος στη χονδρεμπορική ήδη από τον Αύγουστο του ‘21, δηλαδή επτά μήνες πριν από την έναρξη του πολέμου», καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν «εξωγενείς αλλά και ενδογενείς παράγοντες που τρέφουν το τσουνάμι της ακρίβειας στη χώρα μας». Υπενθύμισε επίσης πως όταν η αντιπολίτευση φώναζε από τότε και καλούσε την κυβέρνηση να πάρει μέτρα, εκείνη έκανε λόγο για «προσωρινές ανατιμήσεις», για να διαψευστεί οικτρά αργότερα από τις εξελίξεις.
Ο Αλέξης Τσίπρας επέρριψε ευθύνες και στην Ε.Ε., την οποία χαρακτήρισε «κομπάρσο των γεωπολιτικών εξελίξεων», ενώ έκανε λόγο και για «έλλειμμα εναλλακτικής στρατηγικής εκ μέρους της». Μίλησε επίσης για εγγενείς αδυναμίες της Ε.Ε. ως προς τη χάραξη αυτόνομης ενεργειακής πολιτικής, το ετερόκλητο πλήθος ενεργειακών πολιτικών και αναγκών των κρατών-μελών, καθώς και τις δομικές παθογένειες που ευθύνονται για το ενεργειακό αδιέξοδο.
Στις ευθύνες της Ευρώπης ενέταξε τα αποτελέσματα της κρίσης καθώς, όπως είπε, «το διαρκώς αυξανόμενο ενεργειακό κόστος ενέχει τον κίνδυνο μετεγκατάστασης της παραγωγής σε μέρη με χαμηλότερα κόστη παραγωγής. Αμεση συνέπεια θα είναι η απώλεια θέσεων εργασίας και η ύφεση. Αφορά κυρίως τον βιομηχανικό Βορρά, αλλά η συρρίκνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα έχει επιπτώσεις σε όλες τις χώρες». Κατέληξε πως όλο αυτό «μπορεί να οδηγήσει σε έναν νέο κύκλο κοινωνικών εντάσεων και πολιτικής αβεβαιότητας, με ταυτόχρονη άνοδο ακροδεξιών δυνάμεων σε κρίσιμες για την Ε.Ε. χώρες».
