Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μεθαύριο Σάββατο (7/12) η «Εφ.Συν.» μοιράζει με την έκδοση των 3,90 ευρώ μια σημαντική ταινία. Πρόκειται για το βραβευμένο ντοκιμαντέρ του Αντρέ Σίνγκερ «Θα πέσει η νύχτα» («Night will fall», 2014), στο οποίο περιγράφεται ο τρόπος που αποτυπώθηκαν στον κινηματογραφικό φακό οι πρώτες εικόνες που αντίκρισαν στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης το 1945 οι συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις που προέλαυναν στη Γερμανία.

Η ταινία περιγράφει και τους λόγους για τους οποίους αυτό το εξαιρετικής ιστορικής σημασίας υλικό είχε παραμείνει επί επτά δεκαετίες κλειδαμπαρωμένο στα αρχεία του Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου της Βρετανίας, για να προβληθεί πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2015.

Το αρχικό μοντάζ του υλικού είχε ανατεθεί το 1945 στον Αλφρεντ Χίτσκοκ. Σκοπός ήταν να χρησιμοποιηθεί τότε το ντοκιμαντέρ για την «αναδιαπαιδαγώγηση» του γερμανικού πληθυσμού, σε μια περίοδο που η κυρίαρχη αντίδραση των κατοίκων της ηττημένης Γερμανίας ήταν ότι «δεν γνώριζαν». Ο Χίτσκοκ σχεδίασε το μοντάζ, αλλά η ταινία ουδέποτε ολοκληρώθηκε.

Το «κρυμμένο» Ολοκαύτωμα

Οι πολιτικές προτεραιότητες της περιόδου δεν ευνοούσαν την ανάδειξη του ναζιστικού εγκλήματος σε όλη του την έκταση. Μια ημιτελής παραλλαγή του ντοκιμαντέρ παίχτηκε το 1984 στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου και μπορεί κανείς να την αναζητήσει στο Διαδίκτυο με τον τίτλο «Memory of the camps». Η ποιότητα ήταν πολύ κακή και έλειπε μία από τις έξι αρχικές μπομπίνες του υλικού.

Στην πραγματικότητα υπήρξε άνωθεν απόφαση για τη μη ολοκλήρωση της ταινίας. Στη θέση της, η αμερικανική πλευρά αξιοποίησε ορισμένες λήψεις για το μικρό ντοκιμαντέρ που ανατέθηκε στον Μπίλι Γουάιλντερ και είχε αρχικά στόχο να προβληθεί στο γερμανικό κοινό, γι’ αυτό και η πρώτη του εκδοχή ήταν στα γερμανικά («Die Todesmühle») και ακολούθησε η αγγλόγλωσση («The Deathmills») που προβλήθηκε τον Ιανουάριο του 1946 και είναι σήμερα προσβάσιμη στο archive.org.

Τελικά μόλις το 2014 ολοκληρώθηκε η ανασύσταση του ντοκιμαντέρ από τα εργαστήρια του Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου, όπως το είχε σχεδιάσει ο Χίτσκοκ. Αλλά ακόμα και τα τελευταία χρόνια η προβολή του προγραμματίζεται με το σταγονόμετρο. Για την ακρίβεια, μόλις στις 17 Απριλίου 2017 δόθηκε προς διάθεση στο εμπόριο η ταινία, όπως έχει αποκατασταθεί και με τίτλο «German Concentration Camps Factual Survey», συνοδευόμενη από πρόλογο και επίλογο. Το ντοκιμαντέρ του Σίνγκερ περιλαμβάνει τις σημαντικότερες σκηνές του υλικού αυτού.

Στις 27 Ιανουαρίου 2015, μέρα που έχει οριστεί από τον ΟΗΕ ως Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος, πολλοί τηλεοπτικοί σταθμοί σε όλη την Ευρώπη αναμετέδωσαν συντονισμένα το ντοκιμαντέρ αυτό. Κανένα ελληνικό κανάλι δεν βρισκόταν ανάμεσά τους και φυσικά το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό δεν πληροφορήθηκε καν την ύπαρξη του ντοκιμαντέρ. Ηταν η περίοδος της κλειστής ΕΡΤ και βέβαια η ιδιωτική τηλεόραση δεν προθυμοποιήθηκε. Η προβολή έγινε δυνατή πολλούς μήνες αργότερα, από την ανοιχτή πλέον ΕΡΤ.

Το πλήρες ντοκιμαντέρ προβάλλεται πολύ σπάνια και σε κλειστές αίθουσες. Οι σκηνές που περιέχει είναι τόσο αφόρητες που θεωρείται ακατάλληλο για τηλεοπτική προβολή, ενώ ακόμα και στο πλαίσιο προβολών για «ειδικούς» δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Αλλά το γεγονός ότι επί 70 χρόνια βρισκόταν κρυμμένο στις αποθήκες του Αυτοκρατορικού Μουσείου αποτελεί την καλύτερη απάντηση σε όσους αμφισβητούν το Ολοκαύτωμα ή θέλουν να σχετικοποιήσουν το μέγεθος του ναζιστικού εγκλήματος.

Το βασικό επιχείρημα των αναθεωρητών ιστορικών είναι ότι οι Σύμμαχοι (κυρίως οι Αμερικανοί) και εν συνεχεία οι εβραϊκές οργανώσεις της διασποράς ή το κράτος του Ισραήλ μεγέθυναν ένα υπαρκτό έγκλημα, προκειμένου να αντλήσουν πολιτικά και οικονομικά οφέλη απ’ αυτό. Αλλά εδώ διαπιστώνουμε ότι συνέβη -και εξακολουθεί να συμβαίνει- το εντελώς αντίθετο.

Το «κρυμμένο» Ολοκαύτωμα

Το «κρυμμένο» ντοκιμαντέρ του Χίτσκοκ είναι εδώ να μας θυμίζει ότι η πρώτη αντίδραση των Συμμάχων ήταν να σκεπάσουν το μέγεθος του εγκλήματος, όσο διαφαινόταν ότι η (Δυτική) Γερμανία θα μεταβαλλόταν σε πυλώνα του μεταπολεμικού δυτικού συνασπισμού. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλα σημαντικά ντοκιμαντέρ για το Ολοκαύτωμα. Ορισμένα είναι συγκλονιστικά. Αλλά το ντοκιμαντέρ του Χίτσκοκ έχει την ιδιαιτερότητα να αποτελείται από εκείνες τις πρώτες σκηνές της απελευθέρωσης και γυρίστηκε από ανθρώπους (κινηματογραφιστές αλλά και στρατιώτες) οι οποίοι δεν γνώριζαν καν τι συνέβαινε στα στρατόπεδα. Η άμεση αυτή ματιά το καθιστά μοναδικό τεκμήριο.

Ειδικά στην Ελλάδα, χάρη στην γκροτέσκο ανάδυση του νεοναζισμού στον πυρήνα του πολιτικού συστήματος δεν μπορεί κανείς σήμερα να επικαλεστεί άγνοια και να εισηγηθεί εφησυχασμό. Αλλά θα ήμασταν αφελείς αν περιορίζαμε στην εγκληματική συμμορία που βρίσκεται υπό δικαστική διερεύνηση την επικαιρότητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος. Δεν είναι η Χρυσή Αυγή εκείνη που έφερε τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και την άρνηση του Ολοκαυτώματος στον δημόσιο λόγο. Συνέβη δυστυχώς το αντίστροφο.

Η εδραίωση επί δεκαετίες στα μέσα ενημέρωσης και στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση μιας ρητορικής που αντλεί επιχειρήματα από την αντιεβραϊκή συνωμοσιολογία και δεν διστάζει να επικαλείται ακόμα και το πιο άθλιο αντισημιτικό πλαστογράφημα, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», ήταν εκείνη που άνοιξε τον δρόμο για τους γνήσιους επίδοξους συνεχιστές του εθνικοσοσιαλισμού.

Η μνήμη του Ολοκαυτώματος είναι το σημαντικότερο σύγχρονο αντίδοτο στον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Γιατί το Ολοκαύτωμα δεν είναι μόνο μία από τις σκληρότερες στιγμές του ανθρώπινου γένους, αλλά η πιο ακραία έκφραση της φρίκης που συνόδευσε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η σχεδιασμένη βιομηχανικά παραγωγή της μαζικής εξόντωσης. Ακόμα και σήμερα, δεν έχουμε πάψει να αναζητούμε τρόπους να προσεγγίσουμε αυτή τη φρίκη, ακόμα και λέξεις για να την περιγράψουμε, εξαιτίας ακριβώς της εγγενούς δυσκολίας να δεχτούμε ως αληθινό εκείνο που συνέβη, με τον τρόπο και στην έκταση που συνέβη.