Η χθεσινή συνέντευξη Τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν θα είχε καμία είδηση, πέραν της επικοινωνιακής κλιμάκωσης της επίθεσης στην κυβέρνηση, εάν ο ίδιος ο πρόεδρος της Ν.Δ. δεν είχε αναφερθεί σε ένα άρθρο που υπέγραφε το 2009.
Γιατί σε αυτό το άρθρο ο κ. Μητσοτάκης ασκούσε σκληρή κριτική στην τότε κυβέρνηση Καραμανλή για τις φονικές πυρκαγιές του 2007, κατηγορώντας την για «αβουλία για μία αποτελεσματική πολιτική δασοπροστασίας», καθώς και για τη μετέπειτα αντιμετώπιση του ζητήματος, μιλώντας για απουσία μεταρρυθμίσεων στον τομέα της δασικής πολιτικής.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Επιχειρώντας να εκμεταλλευτεί πολιτικά την πολύνεκρη τραγωδία στην Αττική προκειμένου να πλήξει την κυβέρνηση, η Νέα Δημοκρατία έχει ξεκινήσει επισήμως την επίθεσή της ήδη από το πέρας του τριήμερου πένθους. Αλλά ώς τώρα το έκανε σε επίπεδο ηγετικών στελεχών και αναμενόταν η κορύφωση της τακτικής της μέσω της δημόσιας παρέμβασης του κ. Μητσοτάκη.
Αυτήν είδαμε χθες. Και παρ’ όλο που ο πρόεδρος της Ν.Δ. ξεκίνησε την τοποθέτησή του λέγοντας ότι μετά την τραγωδία αποφάσισε «αμέσως ότι ούτε εγώ, ούτε η Νέα Δημοκρατία, έπρεπε να εμπλακούμε σε μια ανούσια αντιπαράθεση», τελικά εξαπέλυσε σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση και τον Αλ. Τσίπρα, παραθέτοντας όλη την επιχειρηματολογία που τις προηγούμενες μέρες ανέπτυσσαν στα ΜΜΕ τα στελέχη του κόμματός του.
Σε αυτό το πλαίσιο επιτέθηκε στον πρωθυπουργό, κατηγορώντας τον για «ανικανότητα», καθώς και για «πρωτοφανή κυνισμό και θράσος και έλλειψη δυνατότητας οποιασδήποτε συναισθηματικής επαφής με το πρόβλημα», ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση για προσπάθεια «όχι μόνο επικοινωνιακής αντιμετώπισης, αλλά ενδεχομένως, ναι, και συγκάλυψης ευθυνών».
Ο κ. Μητσοτάκης έστρεψε τα πυρά του και στα πρόσωπα που βάζει στο στόχαστρο η Ν.Δ. τα οποία επανέλαβε ότι είναι οι Ν. Τόσκας, Π. Σκουρλέτης και Ρένα Δούρου, καθώς επίσης ο γ.γ. Πολιτικής Προστασίας και ο αρχηγός της Πυροσβεστικής, για τους οποίους είπε ότι «έχουν τεράστιες ευθύνες» και ότι «δεν θα έπρεπε να βρίσκονται σήμερα στη θέση τους».
Παράλληλα ζήτησε η υπόθεση να διερευνηθεί από εφέτη εισαγγελέα και «αν κριθεί αναγκαίο να υπάρξει κάποια περαιτέρω ανάκριση, αυτή να ανατεθεί σε ειδικό εφέτη ανακριτή».
Τι θα έκανε ο ίδιος
Αλλά όταν κλήθηκε να περιγράψει τις δικές του προτάσεις για το ζήτημα των πυρκαγιών, στην πραγματικότητα περιορίστηκε να δηλώσει ότι θα τοποθετήσει στις κρίσιμες θέσεις τους «πιο κατάλληλους ανθρώπους» και ότι θα αναθέσει όλο τον συντονισμό στον γ.γ. Πολιτικής Προστασίας, ο οποίος θα λειτουργεί ως «μονοπρόσωπο όργανο» που θα παίρνει τις αποφάσεις και θα είναι «πάνω από υπουργούς και πάνω από τον πρωθυπουργό».
Κατά τα άλλα υποσχέθηκε ότι θα εφαρμόσει «ένα συγκροτημένο σχέδιο», μίλησε για «ανάλυση επικινδυνότητας περιοχών», για «ανάγκη εκπόνησης ενός ειδικού σχεδίου προστασίας των περιαστικών δασών της Αττικής», για «εκπόνηση ενός σχεδιασμού διαχείρισης φυσικών καταστροφών», ενώ τελικά παραθέτοντας τις προτάσεις του κατηγόρησε την κυβέρνηση λέγοντας ότι «δεν βγήκε ένας χριστιανός στην τηλεόραση, ο γ.γ. Πολιτικής Προστασίας να πει “δεν ελέγχουμε τη φωτιά, φύγετε, πηγαίντε στη θάλασσα και αν μπορείτε φορέστε και κάτι βρεγμένο για να μην καείτε”».
Παράλληλα, με αφορμή την πρότασή του για οικονομική συνδρομή του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» στο έργο της Πυροσβεστικής, η οποία και υλοποιείται μετά τη συμφωνία της κυβέρνησης με το ίδρυμα, δήλωσε ότι θα δώσει «γενναία φορολογικά κίνητρα για να τονώσω την κοινωνία των πολιτών και να ενθαρρύνω περισσότερες τέτοιες δωρεές».
Αλλά δεν έμεινε εκεί. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ξεδίπλωσε και την επιδίωξή του για εισχώρηση του ιδιωτικού τομέα στο ζήτημα των πυρκαγιών.
Ετσι, ενώ από τη μία είπε ότι «η προστασία του δάσους είναι στον σκληρό πυρήνα του κράτους», από την άλλη, στη λογική του «λιγότερου κράτους» που επαγγέλλεται, δήλωσε ότι «και η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα είναι απαραίτητη, πού; Είναι απαραίτητη στην οργάνωση του χώρου. Γιατί και σήμερα δεν χρησιμοποιούμε ιδιώτες μηχανικούς για την έκδοση οικοδομικών αδειών; Δεν καταλαβαίνω δηλαδή. Ολα το κράτος τα κάνει; Από εκεί και πέρα, ο τρόπος με τον οποίο μπορεί δημόσιος και ιδιωτικός τομέας να λειτουργήσουν μαζί είναι, κατά την άποψή μου, η λύση στο πρόβλημα».
Η σύγκριση με το 2007 και το άρθρο
Επιπλέον όταν ρωτήθηκε σχετικά με τους χειρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή και τους χειρισμούς της κυβέρνησης Τσίπρα στη διαχείριση των πυρκαγιών, ο πρόεδρος της Ν.Δ. από τη μία ισχυρίστηκε ότι «συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα» και ότι «η φωτιά το 2007 ήταν 100 φορές μεγαλύτερη από τη φωτιά της περασμένης Δευτέρας».
Προκειμένου δηλαδή να ισχυριστεί ότι η πυρκαγιά του 2007 ήταν πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμη, χρησιμοποίησε ως επιχείρημα το γεγονός ότι έκαιγε για μέρες μεγάλες εκτάσεις.
Αλλά από την άλλη ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τους χειρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή, δηλώνοντας ότι «έγιναν λάθη το 2007», καθώς και ότι «και όταν ήμουν βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας είχα ασκήσει κριτική στην κυβέρνησή μου τότε», αναφερόμενος στο άρθρο που έγραψε το 2009 με τίτλο «Δεν το πήραμε το μήνυμα».
Στο άρθρο αυτό ουσιαστικά κατηγορούσε την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για όσα κατηγορεί τη σημερινή κυβέρνηση. Ειδικότερα έλεγε ότι «τότε αποδείχθηκε με δραματικό τρόπο η γύμνια του κρατικού μηχανισμού, αλλά και η πολιτική αβουλία για μία αποτελεσματική πολιτική δασοπροστασίας. Για μία φορά ακόμη περιοριστήκαμε σε φραστικές διαπιστώσεις του προβλήματος και σε ωραίες εξαγγελίες, οι πιο πολλές εκ των οποίων έμειναν στα λόγια».
Προσέθετε ακόμα ότι «η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και ο μεγάλος αριθμός εθελοντών είναι η μόνη μας προίκα από το καλοκαίρι του 2007. Παρά το γεγονός ότι η δασοπροστασία είναι ένας κρίσιμος περιβαλλοντικός τομέας στον οποίο κατ’ εξοχήν θα μπορούσε να έχει εφαρμοστεί πρακτικά η “επανίδρυση του κράτους”, δυστυχώς, εκ του αποτελέσματος, αποδεικνύεται ότι η βαθμολογία που παίρνουμε είναι κάτω από τη βάση».
Και έλεγε επίσης ότι «παρακολουθώντας την εξέλιξη των πρωτοβουλιών για τη μεταρρύθμιση στον τομέα της δασικής πολιτικής, εξάγω αβίαστα το συμπέρασμα ότι καμία τέτοια ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν πραγματοποιείται.
Και φέτος περιοριζόμαστε μόνο σε συσκέψεις, κλήσεις σε εθελοντική συμμετοχή των πολιτών, προφορικές διαβεβαιώσεις για ετοιμότητα και άλλα ευχολόγια, που τελικά δεν έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα». Ολα αυτά επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, δύο χρόνια μετά τις πυρκαγιές στην Ηλεία.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ «ΕΦ.ΣΥΝ.»:
Ο Κώστας Καραμανλής ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου. Δεν παραιτήθηκε. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναλάβει την πολιτική ευθύνη για το σκάνδαλο Κοσκωτά, δεν παραιτήθηκε. Γιατί ζητάτε τώρα παραίτηση;
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ:
Σας είπα πώς αντιλαμβάνομαι την πολιτική ευθύνη. Στο δικό μου το λεξιλόγιο η πολιτική ευθύνη συνοδεύεται από κάποιες παραιτήσεις αν όχι του ιδίου του αρμοδίου, αλλά κάποιου από κάτω. Σας θυμίζω ότι για αυτό το οποίο είπατε σκάνδαλο του Βατοπεδίου, αυτό το οποίο αποκαλούσαμε εν πάση περιπτώσει τότε σκάνδαλο Βατοπεδίου, παραιτήθηκαν κάποιοι άνθρωποι, αποπέμφθηκαν κάποιοι άνθρωποι. Εδώ δεν έχει φύγει κανείς. Εδώ είναι όλοι κολλημένοι στην καρέκλα τους. Ολοι. Ούτε ένας δεν παραιτήθηκε. Ούτε μία παραίτηση για δείγμα. Λοιπόν, ας μη συγκρίνουμε καταστάσεις οι οποίες είναι τελείως ανόμοιες.
