ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΦ.ΣΥΝ. Προδημοσίευση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεύτερο παράνομο ταξίδι στην Ελλάδα (Ιούνιος-Ιούλιος 1973)

Κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες η προσωπική μαρτυρία του Σωτήρη Βαλντέν «Δικτατορία και αντίσταση 1967-1974» από τις εκδόσεις «Θεμέλιο».

Ο συγγραφέας έζησε τη δικτατορία ως μαθητής στην Αθήνα και στη συνέχεια ως φοιτητής στη Σουηδία και στο Παρίσι. Στο βιβλίο αφηγείται την ένταξή του στον «Ρήγα Φεραίο» και στην Αριστερά, την αντίσταση στο Κολλέγιο Αθηνών, την αντιδικτατορική δράση του στη Σουηδία και την Ελλάδα, ενώ θίγονται θέματα όπως οι «δυναμικές ενέργειες», η δράση των φιλελεύθερων αστών, η «φιλελευθεροποίηση» του δικτατορικού καθεστώτος και η «νόμιμη» αντίσταση, οι εσωτερικές διαμάχες στην ανανεωτική Αριστερά, το κίνημα αλληλεγγύης στο εξωτερικό και το κλίμα στην Ευρώπη μετά τον Μάη του ’68.

Ο Σωτήρης Βαλντέν γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε οικονομικά στη Σουηδία και στο Παρίσι και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από τις γραμμές του «Ρήγα Φεραίου» και του ΚΚΕ Εσωτερικού και υπήρξε μετέπειτα στέλεχος κομμάτων της ανανεωτικής και δημοκρατικής Αριστεράς.

Υπήρξε επίσης στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (1996-2014). Εχει διατελέσει επισκέπτης καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, γενικός γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και σύμβουλος στο ίδιο υπουργείο και στο υπουργείο Εξωτερικών. Σήμερα διδάσκει στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών.

● Δημοσιεύουμε σήμερα δύο αποσπάσματα από το βιβλίο.

Αυτή τη φορά χρησιμοποίησα ένα σουηδικό διαβατήριο, οπότε δεν είχα γλωσσικό πρόβλημα, τουλάχιστον εφόσον δεν θα έπεφτα σε κάποιον που να ξέρει τόσο καλά σουηδικά ώστε να διακρίνει την ελαφρά ξενική προφορά μου (κατά την έξοδό μου στους Ευζώνους, ένας από τους τελωνειακούς είχε πράγματι κάνει στη Σουηδία, αλλά δεν ψυλλιάστηκε τίποτε).

Το ταξίδι έγινε με έναν ελβετό σύντροφο, μέλος της αριστερίστικης οργάνωσης POCH. Ταξιδέψαμε μαζί με το αυτοκίνητό του, ένα παλιό Volkswagen («σκαθαράκι»), μόνο που στην Ελλάδα θα μπαίναμε χωριστά, καθώς στο αμάξι είχαμε φορτώσει (κρυφά βέβαια, μέσα στις πόρτες και σε άλλες κρυψώνες) την μπροσούρα Τι είναι και τι θέλει ο Ρήγας Φεραίος, καθώς και το πρώτο τεύχος του νέου Θούριου.

Ξεκινήσαμε από τη Βέρνη στις 18 Ιουνίου, με πρώτη στάση τη Ρώμη, όπου γεμίσαμε το αυτοκίνητο με τα έντυπα με τη βοήθεια συνεργείου που διέθετε στο Κόμμα το PCI κοντά στην Piazza Ragusa. Το σημείο αυτό της επιχείρησης ήταν και το πιο επικίνδυνο, καθώς ήταν το μόνο μέρος όπου ερχόμασταν σε επαφή με τον κεντρικό μηχανισμό του Κόμματος και φοβόμουν πως ήταν υπό παρακολούθηση της χούντας, των ιταλικών ή και άλλων μυστικών υπηρεσιών, οπότε θα εντοπίζανε τον αριθμό του αυτοκινήτου.

Πάντως δεν υπήρξε πρόβλημα. Από τη Ρώμη πήγαμε στο Μπρίντιζι, όπου χωρίσαμε με τον Ελβετό, εγώ μπήκα στο φέρρυ μπωτ πεζός, με όψη χίππυ τουρίστα (σακίδιο, μούσι, κ.λπ.) και αυτός με το αυτοκίνητο.

Ο ελληνικός έλεγχος διαβατηρίων γινόταν στην είσοδο του πλοίου στο λιμάνι του Μπρίντιζι, όπου και παραδίδονταν τα διαβατήρια στον αστυνομικό, μετά έκλειναν οι πόρτες του καραβιού, κι από τα μεγάφωνα καλούσαν διάφορα ονόματα στην αστυνομία πριν επιστρέψουν τα διαβατήρια σφραγισμένα. Πέρασα έτσι μια δυσάρεστη ώρα, σαν ποντικός στη φάκα, φοβούμενος μήπως είχαν εντοπίσει το πλαστό του διαβατηρίου μου.

Στην Πάτρα κατέβηκα μόνος μου και έκανα ωτοστόπ. Με πήραν μια οικογένεια τουριστών και με πήγαν ώς τον προορισμό μου, τον Πειραιά. Εκεί έμεινα μια νύχτα σε ξενοδοχείο, ώσπου να παραδώσει ο Ελβετός τις προκηρύξεις και να βεβαιωθεί ότι όλα πήγαν καλά. Μετά συναντηθήκαμε στο τουριστικό camping στο Δαφνί, όπου μείναμε σε μια σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής μας.

Στην Αθήνα είχα κάποιες συναντήσεις (δεν θυμάμαι πόσες) με τον Σταύρο Τσακυράκη, πάντα στον Πειραιά, για να μη με αναγνωρίσουν. Η βασική όμως συνάντηση ήταν μια συνεδρίαση ολόκληρου του Κεντρικού Συμβουλίου του Ρ.Φ. στα Ισθμια της Κορινθίας.

Πήγαμε εκεί σε ένα σχετικά έρημο σημείο, στήσαμε σκηνές και διανυκτερεύσαμε όλοι. Εκτός από εμένα (και τον Ελβετό), ήταν ο Σταύρος Τσακυράκης, ο Σταύρος Ιωαννίδης, ο Μάνος Σωτηριάδης και η Αντουανέττα Αγγελίδη. Χωριστά είχαμε συνάντηση (αν θυμάμαι καλά, στη Λίμνη του Ηραίου) με τον Γιάννη Βούλγαρη, ο οποίος ήταν στην Αθήνα με άδεια από τον στρατό.

Δεν θυμάμαι τις λεπτομέρειες της συνεδρίασης. Θυμάμαι όμως καλά πως το κλίμα ήταν πολύ καλό και συντροφικό, σε πλήρη αντίθεση με τους σκυλοκαβγάδες που κυριαρχούσαν τότε στο εξωτερικό. Συνεννοηθήκαμε θαυμάσια και με τον διαφωνούντα ώς τότε Μάνο και η συνεδρίαση έληξε σε πλήρη ενότητα, με ομοφωνία σε όλες τις αποφάσεις.

Νομίζω πως αποφασίστηκε εκεί η γραμμή για το δημοψήφισμα που είχε προκηρύξει ο Παπαδόπουλος («Οχι»). Επίσης αποφασίστηκε τελικά ότι θα συνδεόμασταν με δική μας πρωτοβουλία (αφού η καθοδήγηση στο εξωτερικό δεν το είχε κάνει) με το κομματικό κέντρο στο εσωτερικό.

Φύγαμε από την Αθήνα με τον Ελβετό γύρω στην 1 Ιουλίου. […]

Η εντύπωσή μας ότι όλα πήγαν καλά με το ταξίδι και τη συνεδρίαση του Κ.Σ. ήταν πιθανόν απατηλή. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι την περίοδο εκείνη το σπίτι του Σταύρου Τσακυράκη στην Κυψέλη ήταν κυριολεκτικά ζωσμένο από ΕΣΑτζήδες, οι οποίοι δεν προχωρούσαν σε συλλήψεις μάλλον επειδή περίμεναν να πιάσουν το «μεγάλο ψάρι», τον κομματικό καθοδηγητή, που όμως, όπως εξήγησα, δεν υπήρχε. Ετσι είναι πιθανό ο Σταύρος, αλλά και άλλα μέλη του Κ.Σ. να παρακολουθούνταν, οπότε η ΕΣΑ θα έμαθε και για τη συνάντηση στα Ισθμια. [σ. 247-249]

H ΕΔΑ Σουηδίας

Οι οργανώσεις της ΕΔΑ στη νότια Σουηδία, στις οποίες περιόδευα συχνά, ήταν διασκορπισμένες σε πολλές πόλεις και χωριά και αποτελούνταν κατά πλειοψηφία από μετανάστες από χωριά της βόρειας Ελλάδας που είχαν έρθει στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 και δούλευαν σε βιομηχανίες. Μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω πως, αν και η Σουηδία είχε τη φήμη καλύτερης χώρας για μετανάστες από τη Γερμανία, η ζωή των μεταναστών κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν.

Θυμάμαι έντονα μια επίσκεψη στο χωριό Lessebo (στη Småland), όπου είχα πάει με τον Τόμας Τομέλ, ως βοηθός στην κοινωνιολογική έρευνα που διεξήγαγε στους έλληνες μετανάστες. Οι μετανάστες ζούσαν σε άθλιες κατοικίες, ιδιοκτησίας της βιομηχανίας στην οποία δούλευαν και η οποία ήταν η μόνη στην περιοχή, οπότε δεν υπήρχε άλλη λύση. Ηταν χειμώνας και στα διαμερίσματα έκανε παγωνιά.

Ομως και οι ιστορίες που μάθαινα από τους νέους συντρόφους μου για τη ζωή στη βόρεια Ελλάδα πριν από τη δικτατορία μού άνοιγαν τα μάτια. Ενας φίλος από τον νομό Σερρών μου διηγήθηκε ότι αποφάσισε να μεταναστεύσει όταν, ύστερα από έναν χρόνο σκληρής δουλειάς στα καπνά, εισέπραξε το αντίτιμο της παραγωγής του και μετά πήγε να εξοφλήσει το δάνειο στην Αγροτική Τράπεζα, οπότε διαπίστωσε πως δεν του είχε μείνει δεκάρα για να περάσει τον επόμενο χρόνο.

Ο Γιώργος Ηλιάδης, από την Κορομηλιά του νομού Κιλκίς, χωριό αριστερό, Λαμπράκης στην Ελλάδα και τότε φοιτητής στη Λουντ, μου διηγήθηκε λεπτομερώς πώς διεξήχθησαν στην περιοχή του οι εκλογές της «βίας και νοθείας» του 1961: οι χωροφύλακες και οι παρακρατικοί τούς έστηναν καρτέρι έξω από τα χωριά όπου πήγαιναν περιοδεία και το ξύλο που έπεφτε έθετε σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή τους.

Ο ίδιος μου περιέγραψε τη στρατιωτική του θητεία ως μουλαράς στα τάγματα ανεπιθύμητων όπου έστελναν τους αριστερούς. Μια Ελλάδα που δεν γνώριζα και –μέχρι δυο-τρία χρόνια πριν– δεν φανταζόμουν πως υπήρχε. [σ. 163-164]