ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Άρης Χατζηγεωργίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τους καιρούς της συνεργασίας στην εποχή της διαμάχης έχουν περάσει οι πολύ μεγάλοι εργολάβοι και οι βιομηχανίες τσιμέντου, με μήλον της έριδος τα σκουπίδια που παράγονται στην Ελλάδα και το ποιος θα αναλάβει να τα κάψει.

Μετά τον Βόλο, όπου η ΑΓΕΤ-Lafarge ξεκίνησε εδώ και χρόνια να καίει επεξεργασμένα, υποτίθεται, απορρίμματα προκαλώντας αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία, η ίδια εταιρεία ετοιμάζεται να επενδύσει περίπου 10 εκατομμύρια ευρώ για να κάνει το ίδιο στο Αλιβέρι της Εύβοιας. Παράλληλα, η τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ προετοιμάζεται για να υποδέχεται δευτερογενές καύσιμο από σκουπίδια στα Δερβενοχώρια.

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση έχει προδιαγράψει 4 εργοστάσια καύσης (ενεργειακής αξιοποίησης, όπως λέει) απορριμμάτων. Η κατασκευή των εργοστασίων αυτών μαζί με τις δεκάδες μονάδες που θα επεξεργάζονται τα απορρίμματα είναι μια συνολική «μπίζνα» 2 δισεκατομμυρίων ευρώ, όπως γράφαμε και πρόσφατα στην «Εφ.Συν.» («Το κυνήγι του χαμένου θησαυρού στα σκουπίδια» – 16/1/21). Και επειδή από την καύση παράγεται ενέργεια, είναι δεδομένο το ενδιαφέρον των μεγάλων κατασκευαστικών-ενεργειακών ομίλων Μυτιληναίου, Περιστέρη (ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ), όπως και της «Ελλάκτωρ» που έχει παρελθόν στα έργα απορριμμάτων.

Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: Υπάρχουν σκουπίδια αρκετά για όλους αυτούς; Και ακολουθούν άλλα: Πού θα γίνουν τα εργοστάσια; Πόσο θα πληρώνονται (με άλλα λόγια: θα πληρώνονται και δεν θα πληρώνουν) για να καίνε τα υποπροϊόντα της κατανάλωσης και να παράγουν ενέργεια την οποία επίσης θα πωλούν; Πόσο θα αυξηθούν τα δημοτικά τέλη; Ποιος θα έχει τον έλεγχο ενός τέτοιου συστήματος που θα μπορεί, δηλαδή, να πιέζει (ή να εκβιάζει) για υψηλότερα τέλη, διαφορετικά θα αφήνει τις πόλεις με βουνά σκουπιδιών; Και το βασικότερο: Ποιος θα διασφαλίζει ότι οι μονάδες αυτές θα λειτουργούν με τον κατάλληλο τρόπο ώστε να μην οδηγούν τους περιοίκους στην αρρώστια σε ένα κράτος παραδομένο στα συμφέροντα και χωρίς ελεγκτικούς μηχανισμούς;

Επειτα από δεκαετίες αδράνειας στη διαχείριση των απορριμμάτων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήρθε με συντονισμένες κινήσεις να βάλει φωτιά στα… σκουπίδια. Υιοθέτησε το καλοκαίρι του 2020 το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ – απλή… συνωνυμία με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) βάζοντας την Ελλάδα να πετύχει την «εξαφάνιση» του υπολείμματος των απορριμμάτων το 2030, πέντε χρόνια πριν από την υπόλοιπη Ευρώπη. Από το 80% των σκουπιδιών που θάβονται σήμερα σε χωματερές, δηλαδή, θα πρέπει τότε να καταλήγει μόνο το 10%. Αυτό όμως επιτυγχάνεται μόνο με την καύση. Παραδόξως, οι αέριοι ρύποι των εργοστασίων καύσης δεν θεωρούνται πρόβλημα καθώς παράγονται ταυτόχρονα ηλεκτρισμός και θερμότητα.

Μάλιστα, μέχρι και το τελευταίο ΕΣΠΑ η Ε.Ε. έδινε κονδύλια για τέτοια εργοστάσια, όπως κάνει αυτή τη στιγμή για επτά μονάδες στην Πολωνία. Ομως στο ερχόμενο ΕΣΠΑ δεν θα επιδοτούνται ούτε τα εργοστάσια καύσης ούτε και οι μονάδες επεξεργασίας απορριμμάτων (ΜΕΑ) στο σύνολό τους παρά μόνο συγκεκριμένα τμήματά τους όπως εκείνα που θεωρείται ότι συμβάλλουν στην ανακύκλωση-ανάκτηση υλικών.

Η έλλειψη γενναίας ευρωπαϊκής χρηματοδότησης ενισχύει τις απόψεις όσων στην κυβέρνηση λένε ότι δεν πρέπει να γίνουν τόσο μεγάλες επενδύσεις για καυστήρες. Υποστηρίζουν ότι πρέπει η δουλειά να δοθεί στους τσιμεντάδες, οι οποίοι, την ίδια στιγμή, διαμαρτύρονται επειδή πληρώνουν πολύ ακριβά για ηλεκτρική ενέργεια.

Εάν αναλάβουν να καίνε εκείνοι τα καύσιμα από σκουπίδια (RDF), όχι μόνον θα γλιτώσουν το κόστος του ρεύματος αλλά θα πληρώνονται κι από πάνω. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΑΓΕΤ προτείνει τιμή άνω των 50 ευρώ ανά τόνο για να καίει στο Αλιβέρι και μάλιστα όχι RDF αλλά ανεπεξέργαστο υπόλειμμα. Μια τέτοια τιμή θεωρείται όχι απλώς υψηλή αλλά και ασύμφορη καθώς οι δήμοι, εάν συνεχίσουν να τα θάβουν, θα πληρώνουν «περιβαλλοντικό τέλος» 35 ευρώ/τόνο ενώ θα γλιτώνουν και τη μεταφορά.

Με τα σημερινά δεδομένα, τα στερεά αστικά απόβλητα όλης της χώρας είναι 5,5 εκατομμύρια τόνοι ετησίως. Εάν οργανωθεί σωστά η ανακύκλωση, τα οργανικά (κουζίνα-κήπος) διαχωρίζονται εξαρχής και λειτουργήσουν οι Μονάδες Επεξεργασίας, υπολογίζεται πως θα μένει προς καύση μια ποσότητα 1,5-2 εκατομμυρίων τόνων υπολείμματος. Με άλλα λόγια, οι τσιμεντοβιομηχανίες, εάν έστω δεχτούν μια τιμή 40 ευρώ/τόνο, θα εξασφαλίζουν ετησίως έσοδα 60-80 εκατομμυρίων ευρώ.

Στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη λειτουργούν πολλοί καυστήρες σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ειδικά σε περιοχές με έντονο βιομηχανικό παρελθόν και δίκτυα τηλεθέρμανσης. Στα Βαλκάνια δεν υπάρχει κανένας. Η Βουλγαρία ξεκίνησε να δίνει τα σκουπίδια στις τσιμεντοβιομηχανίες, ανεβάζοντας στα ύψη την αέρια ρύπανση, ενώ κάποια στιγμή δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα επειδή αρνούνταν να παραλάβουν ζητώντας αυξήσεις. Η Σλοβενία τα στέλνει για καύση στην Αυστρία με συνέπεια να βρεθεί σε αδιέξοδο όταν έκλεισαν τα σύνορα λόγω πανδημίας.

Η Ευρ. Επιτροπή παρακολουθεί από κοντά τις κινήσεις στην Ελλάδα έχοντας δει στο παρελθόν πλήθος σχεδιασμών να ακυρώνονται. Προφανώς θέλει να πουλήσει τεχνογνωσία για τη λειτουργία των καυστήρων, αλλά ζητάει επιμόνως από την Ελλάδα να ρίξει βάρος στην ανακύκλωση, την επαναχρησιμοποίηση, την κομποστοποίηση και άλλες μεθόδους που μειώνουν τον όγκο των σκουπιδιών πριν μετατραπούν σε καύσιμα. Στην Ευρώπη είναι τεράστιες οι ποσότητες σκουπιδιών που γυρίζουν στην οικονομία ως χρήσιμα υλικά (γυαλί, χαρτί, μέταλλα, πλαστικά κ.λπ.) ή υποπροϊόντα (λίπασμα). Στην Ελλάδα, όμως, τέτοιες υποθέσεις όχι μόνο δεν προχωρούν, αλλά ο Εθνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ) είναι στα πρόθυρα της διάλυσης, ως αποτέλεσμα της διαμάχης των δύο μεγαλύτερων συστημάτων που εποπτεύει, όπως γράφαμε στις 16/1/21.