Για ένα σχέδιο προϋπολογισμού «χωρίς ισχυρή ταυτότητα», που αναπαράγει το παρελθόν, και με «πολύ γενναίες υποθέσεις», «τις οποίες η οικονομική πραγματικότητα έχει διαψεύσει διαδοχικά» κάνει λόγο η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος.
Με το σχέδιο διαβρώνεται περαιτέρω το οικονομικό κλίμα και αναστέλλονται οι επενδυτικές πρωτοβουλίες, σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, που τονίζει ότι «ακολουθεί την πεπατημένη των τελευταίων ετών, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντιφατικούς στόχους περικοπών δαπανών, αύξησης φόρων, μείωσης της ανεργίας, μεγέθυνσης της οικονομίας, έχοντας στο βάθος του ορίζοντα την υποσχετική μείωσης του χρέους. Η κατάσταση αυτή δεν είναι διατηρήσιμη μεσοπρόθεσμα».
Σε ανακοίνωση η Συνομοσπονδία προτείνει ότι ο γρίφος αυτός «πιθανότητα θα λυθεί μόνο ως προς το δημοσιονομικό σκέλος, με ορατό το σενάριο να απαιτηθούν νέες παρεμβάσεις, αν οι θεσμοί συνεχίζουν να απαιτούν το εξωπραγματικό στόχο πρωτογενών πλεονασμάτων.
Όπως συνεχίζει η ΓΣΕΒΕΕ, το προσχέδιο, παρά τις θετικές εκτιμήσεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το 2017, δεν διασκεδάζει, σε καμιά περίπτωση, τις επιπτώσεις από την εφαρμογή του εμπροσθοβαρούς προγράμματος λιτότητας, το οποίο συνομολογήθηκε με τους εταίρους από το καλοκαίρι του 2015 και συνεχίζει να διαβρώνει το οικονομικό κλίμα και να αναστέλλει τις επενδυτικές πρωτοβουλίες.
Η ΓΣΕΒΕΕ συνεχίζει σημειώνοντας πως είναι χαρακτηριστικό ότι η προβλεπόμενη και ευκταία βελτίωση των όρων μεγέθυνσης (αύξηση ΑΕΠ κατά 2,7%) και δημοσιονομικής εξυγίανσης (πρωτογενές πλεόνασμα 1,8% του ΑΕΠ) συσχετίζεται με ένα υψηλό προσδοκώμενο ποσοστό αύξησης επενδύσεων (9,1%), ιδιωτικής κατανάλωσης, εν μέσω φοροκαταιγίδας (1,8%) και μείωσης της ανεργίας (23,5%), επιδόσεις οι οποίες δε θα εξασφαλιστούν αν δεν υπάρξει ένα σταθερά ευνοϊκό μακροοικονομικό και επενδυτικό κλίμα στη χώρα.
«Υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι η ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης δε θα επιτευχθεί σύντομα, καθώς θα είναι ναρκοθετημένη από την αδυναμία των θεσμικών εταίρων να καταλήξουν σε ένα κοινό σχέδιο διαχείρισης του ελληνικού χρέους και της ευρωπαϊκής οικονομίας σε όλα τα επίπεδα (νομισματικό, δημοσιονομικό, τραπεζικό, μεταναστευτικό), ενώ σημαντικές απειλές υπάρχουν ως προς την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας».
