Τεράστιο θέμα δημιουργείται, μετά την ψήφιση της τροπολογίας που δίνει πράσινο φως για τη μεταβίβαση και διαχείριση των δανείων με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου σε funds.
Τα συγκεκριμένα δάνεια αποτελούσαν ένα πρώτης τάξης «υλικό» για τη συντήρηση του κομματικού κράτους καθώς πολλά από αυτά χορηγούνταν, ύστερα από ασφυκτικές πιέσεις, σε επιχειρήσεις, συνεταιριστικές οργανώσεις χωρίς να τηρούνται τα τραπεζικά κριτήρια.
Αυτό κατέδειξαν και οι έλεγχοι που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στα δανειακά χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών όπου αποκαλύφθηκε ακόμα ένα στοιχείο.
Οι τράπεζες είχαν επαναπαυτεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, στην εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου και δεν κάνουν τίποτα για να εισπράξουν τις δόσεις των δανείων καθώς ξέρουν ότι σε κάθε περίπτωση το 80% τουλάχιστον της οφειλής θα πληρωθεί από τους Ελληνες φορολογουμένους, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τα δημόσια οικονομικά. Αντιστοίχως, ουκ ολίγοι τον αριθμό μεγαλοδανειολήπτες αυτής της κατηγορίας είχαν το… κεφάλι τους ήσυχο.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι δανειστές ζήτησαν από το οικονομικό επιτελείο να παραχωρήσει τη διαχείριση-πώληση σε funds. Επειδή η πώληση των δανείων είναι ασύμφορη για τις τράπεζες καθώς θα πρέπει να τα πουλήσουν με έκπτωση την οποία θα την εγγράψουν ως ζημιά,– στην πραγματικότητα η πίεση από τους δανειστές εστιάζει κυρίως στη διαχείριση των «θαλασσοδανείων» (στις δεκαετίες του 1990 και του 2000) και κυρίως αυτών που έχασαν την εγγύηση με δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν υπέρ του ελληνικού Δημοσίου.
Η ιστορία με τα αμαρτωλά δάνεια που χορηγήθηκαν με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου είναι γνωστή από παλιά (προ Μνημονίου). Πριν φτάσουμε να συζητάμε για την πώλησή τους είχε προηγηθεί από τις ελληνικές αρχές ενδελεχής έλεγχος για το ποιοι και πώς πήραν αυτά τα δάνεια, ποιοι τα εξυπηρετούσαν, αλλά και τις πολιτικές σκοπιμότητες που κρύβονταν πίσω από αυτές τις «τυφλές» δανειοδοτήσεις σε ιδιώτες, επιχειρήσεις, συνεταιρισμούς και προβληματικές ΔΕΚΟ.
Τα «θαλασσοδάνεια» αυτά -που δεν αφορούν τους πληγέντες από φυσικές καταστροφές- δόθηκαν σε περισσότερες από 12.000 κρατικές και ιδιωτικές επιχειρήσεις την περίοδο 2006-2011 και εκτιμάται ότι ήταν ύψους άνω των 5,5 δισ. ευρώ.
Το στοιχείο αυτό προκύπτει από έρευνα των ελεγκτικών αρχών στην οποία χρησιμοποιήθηκε πόρισμα-φωτιά του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Σε αυτό αποκαλύπτεται η μεγάλη «βιομηχανία» που είχε στηθεί τα χρόνια της… ευμάρειας.
Διατυπώνονται ενστάσεις για συγκεκριμένα ποσά δανειοδότησης που δόθηκαν σε επιχειρηματίες και μέσα σε αυτή τη λίστα περιλαμβάνονται ονόματα εταιρειών από τον χώρο της βιομηχανίας, της μεταποίησης, των τροφίμων, της νηματουργίας, αλλά και από τον χώρο του Τύπου.
Στις 40 και πλέον σελίδες του πορίσματος περιγράφεται το σαθρό σύστημα παροχής των εγγυήσεων, ενώ παρουσιάζονται περιπτώσεις επιχειρήσεων που επωφελήθηκαν από αυτό αναγκάζοντας το Δημόσιο να πληρώσει τεράστια ποσά τόκων από τα δάνεια που κατέπεσαν στη συνέχεια.
Το πόρισμα αυτό αποτέλεσε «οδηγό» για το ελληνικό Δημόσιο, που σε πολλές περιπτώσεις αρνήθηκε να πληρώσει την εγγύηση δανείων προσφεύγοντας στη Δικαιοσύνη. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να «γλιτώσει» τις επιβαρύνσεις που προκαλούσαν στον προϋπολογισμό καταπτώσεις εκατομμυρίων ευρώ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2013 το σύνολο των καταπτώσεων από χρεολύσια και τόκους από δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου ανήλθε σε 2,05 δισ. ευρώ, το 2014 σε 1,23 δισ. ευρώ, το 2015 σε 1,56 δισ. ευρώ. Για το 2016 εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 1,82 δισ. ευρώ και το 2017 σε 1,279 δισ. ευρώ.
Το πρόβλημα για τις τράπεζες στην περίπτωση που το Δημόσιο δεν πληρώσει τις εγγυήσεις για τα δάνεια που έχουν καταπέσει, είναι ότι επιβαρύνουν με ζημιές τον ισολογισμό τους καθώς για τα δάνεια αυτά δεν έχουν πάρει προβλέψεις.
Και ενώ μέχρι τώρα αυτά τα δάνεια ήταν μηδενικού ρίσκου για τις τράπεζες και για τον λόγο αυτό δεν είχαν κανέναν λόγο να «κυνηγούν» την είσπραξη, τώρα τα πράγματα φαίνεται να στενεύουν.
Οι τράπεζες, υπό τον ασφυκτικό κλοιό των δανειστών και του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας και αξιολόγησης των διοικήσεων, θα πρέπει να εξαντλήσουν όλες τις πολιτικές είσπραξης απέναντι σε αυτές τις χορηγήσεις. Αλλά ακόμα κι όταν καταφύγουν στο ελληνικό Δημόσιο θα πρέπει να αποδείξουν ότι αυτά δόθηκαν με διαφανή και νόμιμο τρόπο.
