Με τα κακά μαντάτα για τους όρους και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης να συνεχίζονται σε κάθε νομοθετική παρέμβαση για τον, κατά τον εκάστοτε υπουργό, εξορθολογισμό του ασφαλιστικού συστήματος, οι ασφαλισμένοι που εργάζονται ως μισθωτοί με τον νέο νόμο έχουν να παλέψουν με τη μείωση του συντάξιμου μισθού όταν θα βγουν στη σύνταξη.
Η μείωση αυτή μπορεί να φτάσει σε εξαιρετικές περιπτώσεις ακόμη και στο 30%, αν και όλες οι κατηγορίες ασφαλισμένων ανεξαρτήτως ηλικίας ή όρων συνταξιοδότησης θα υποστούν μείωση από 15%-30% σε σχέση με εκείνους που συνταξιοδοτήθηκαν με παλαιότερους συνταξιοδοτικούς όρους.
Οπως εύλογα μπορεί κάποιος να καταλάβει, η σύνταξη πλέον δεν καλύπτει την οφειλόμενη ανταποδοτικότητα εισφορών και παροχών αφού μετατρέπεται (σε σύγκριση με το τι πρέπει να εισφέρει κάποιος στο σύστημα ) σε «φιλοδώρημα».
Πέραν λοιπόν της εθνικής σύνταξης, η οποία κυμαίνεται από 241,92 ευρώ έως 384 ευρώ (ανάλογα την ηλικία και τα έτη ασφάλισης), για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.
Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου διά του συνολικού χρόνου ασφάλισής του.
Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, όπως προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Ωστόσο, όλοι οι μισθωτοί που ασφαλίστηκαν πριν από το 2002 και δεν έχουν ακόμη συνταξιοδοτηθεί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης για όσους καταθέσουν αίτηση συνταξιοδότησης από τούδε και στο εξής και εντός του έτους 2016 ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη ο μέσος μηνιαίος μισθός – εισόδημα κατά τις ειδικότερες λοιπές προβλέψεις του σχετικού άρθρου που προκύπτει από το έτος 2002 και έως την υποβολή της αίτησης.
Εφεξής ετησίως η περίοδος αυτή αναφοράς αυξάνεται κατά ένα έτος (που σημαίνει ότι ως έτος βάσης λαμβάνεται το 2002).
Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για όσους αμείβονται με το περιβόητο «μπλοκάκι» (συμβάσεις έργου και ανεξάρτητων υπηρεσιών, που στην πραγματικότητα αποτελεί κρυπτόμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας).
Συγκεκριμένα αναγράφεται το εξής:
«Για τους ασφαλισμένους για τους οποίους, από την 1.1.2017, καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου, αλλά έως την έναρξη ισχύος του παρόντος κατέβαλλαν ασφαλιστική εισφορά με ασφαλιστικές κατηγορίες, ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης».
Με βάση τις νέες προβλέψεις, μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης συνταξιοδότησης λόγω γήρατος καταβάλλεται στους δικαιούχους προσωρινή σύνταξη, το ύψος της οποίας υπολογίζεται για τους μισθωτούς ώς το 50% του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τους 12 μήνες ασφάλισης που προηγούνται της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, οποτεδήποτε και αν καταβλήθηκαν, διά του 12.

Η προσωρινή σύνταξη
Πάντως ο νέος νόμος προβλέπει ότι η προσωρινή σύνταξη δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στην εθνική σύνταξη που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης και να υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στο διπλάσιο αυτής, στο ύψος που διαμορφώνεται κάθε φορά.
Ολα αυτά ισχύουν στις περιπτώσεις αίτησης για πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος.
Σε περιπτώσεις αίτησης για μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος, το ποσό της προσωρινής σύνταξης μειώνεται κατά ποσοστό 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που προβλέπεται για την πλήρη σύνταξη.
Στην περίπτωση ασφαλισμένων οι οποίοι κατέβαλλαν εισφορές ανώτερες από αυτές του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης, για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, θα υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς.
Ο συντάξιμος μισθός σε αυτή την περίπτωση θα προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς.
