Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για πρώτη φορά σε ανοιχτή και δημόσια παραδοχή υπέρ της Ελλάδας προέβη χθες από την Ουάσινγκτον ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Τζέρι Ράις. Σε ερώτηση της «Εφ.Συν.», με σημείο αναφοράς το προσφυγικό, ομολόγησε ότι η προσφυγική κρίση επιφέρει επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία, οι οποίες -όπως είπε- πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν.

Αξίζει να σημειωθεί πως προ μηνών -πριν καν το προσφυγικό ζήτημα βρεθεί στην κορυφή της ημερήσιας ατζέντας κοινωνίας, πολιτικής και δημοσιογραφίας- η ίδια η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, είχε υπαινιχθεί την ανάγκη για παροχή πρόσθετης στήριξης στις χώρες που επιβαρύνονται περισσότερο με τις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές, κάτι που μερίδα συστημικών μέσων στη χώρα μας για άγνωστους λόγους τότε είχε φροντίσει να αποσιωπήσει ως είδηση.

Η χθεσινή παραδοχή από τον Ράις για τις δημοσιονομικές και οικονομικές επιπτώσεις του προσφυγικού στην Ελλάδα ερμηνεύεται ως «πάτημα» που δίνεται στην ελληνική κυβέρνηση να διεκδικήσει μια μεταχείριση από τους δανειστές της που θα ανταποκρίνεται στις αναγκαιότητες των κρίσιμων περιστάσεων.

«Φιλόδοξο το πρόγραμμα»

Ομως οι αβάντες του Τζέρι Ράις προς την Αθήνα δεν περιορίστηκαν μόνο στο προσφυγικό. Κατά την ενημέρωση των ανταποκριτών στην Ουάσινγκτον, προέβη και σε μία ακόμα παραδοχή. Ο κ. Ράις χαρακτήρισε τους στόχους του δημοσιονομικού προγράμματος που συμφωνήθηκε τον περασμένο καλοκαίρι πολύ «φιλόδοξους», δείχνοντας εμμέσως πλην σαφώς υπαίτιους τους Ευρωπαίους.

Αυτή η παραδοχή μόνο τυχαία δεν είναι, καθώς αξίζει να γίνει γνωστό ότι ήδη από το 2010 και στη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών το Ταμείο συστηματικά έχει επικρίνει την Ευρώπη ότι θέτει υπέρ το δέον φιλόδοξους στόχους για τη χώρα μας. Η χθεσινή παραδοχή του Ράις αποδεικνύει ότι το ίδιο συνέβη και με το τρίτο κατά σειρά δημοσιονομικό πρόγραμμα που σύναψε η χώρα μας τον Ιούλιο του 2015 με τον ESM.

Από τα όσα είπε χθες ο κ. Ράις, προκύπτει ότι θέση του Ταμείου είναι πως το κενό αυτό δεν μπορεί παρά να καλυφθεί με μια ουσιαστική και γενναιόδωρη ελάφρυνση χρέους προς την Ελλάδα. Είπε άλλωστε ο κ. Ράις ότι το Ταμείο δεν συνηγορεί υπέρ της άποψης να επιβαρυνθεί ο ελληνικός λαός με πρόσθετα βάρη, πέραν των όσων ήδη έχει επιβαρυνθεί τα τελευταία έξι χρόνια.

Η «Εφ.Συν.» είναι σε θέση να γνωρίζει ότι αυτό είναι το σημείο πάνω στο οποίο γίνεται και το μεγάλο «παζάρι» μεταξύ ΔΝΤ-Ευρώπης με φόντο την ελληνική αξιολόγηση.

Πάντως οι πληροφορίες λένε ότι οι δύο πλευρές έχουν έρθει πιο κοντά στις εκτιμήσεις τους. Γι’ αυτό και ο κ. Ράις μίλησε χθες για «καλή πρόοδο» που έχει σημειωθεί. Ωστόσο το δημοσιονομικό κενό της τάξεως του 4-5% του ΑΕΠ που βλέπει το ΔΝΤ παραμένει.

Το πώς θα πεισθεί το Ταμείο ότι αυτό το κενό μπορεί να καλυφθεί χωρίς τη μεγάλης κλίμακας ελάφρυνση χρέους που ζητάει η Κριστίν Λαγκάρντ – και μαζί με αυτήν και οι ΗΠΑ μέσω Μπαράκ Ομπάμα και Τζακ Λιου- από τους Ευρωπαίους είναι το μεγάλο ερώτημα. Μέχρι στιγμής στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει απάντηση, όπως απάντηση δεν είχε χθες ο κ. Ράις να δώσει ούτε στο πότε θα επιστρέψουν οι θεσμοί στην Αθήνα.

Παρά τις αβάντες στην Αθήνα από τον κ. Ράις, είναι αισθητή μια υφέρπουσα κόντρα μεταξύ των δύο πλευρών. Κόντρα την οποία κύκλοι του Ταμείου θεωρούν ότι τη συντηρεί η ελληνική πλευρά και συγκεκριμένα ο Ελληνας υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος.

Εξ ου και η ενόχληση που ήταν εμφανώς ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του κ. Ράις όταν κλήθηκε από την «Εφ.Συν.» να σχολιάσει την πρόσφατη δήλωση του Ελληνα υπουργού Οικονομικών ότι «το ΔΝΤ ζητάει διαρκώς επιπλέον μέτρα». «Το Ταμείο δεν ζητάει επιπλέον μέτρα από την ελληνική κυβέρνηση. Δεν ζητάμε τίποτα περισσότερο από την εφαρμογή των συμφωνηθέντων».

Ο κ. Ράις εμμέσως πλην σαφώς ζήτησε από την ελληνική πλευρά να μη συνεχίσει τις αντιπαραγωγικές επιθέσεις κατά του Ταμείου, επισημαίνοντας ότι «το Ταμείο ήταν αυτό που τα τελευταία έξι χρόνια πίεζε για ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή».

Πάντως ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ έσπευσε να διαψεύσει κάθε προσδοκία περί πολιτικής εισήγησης της Κριστίν Λαγκάρντ για να κλείσει η αξιολόγηση, δείχνοντας προς την κατεύθυνση των τεχνοκρατών ότι είναι αυτοί που θα έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στην ολοκλήρωσή της.