Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου που ψηφίστηκε από τη Βουλή το περασμένο καλοκαίρι, από την κυβέρνηση και τις περισσότερες πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, αποτελεί τώρα ζητούμενο, επισημαίνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στη νέα τριμηνιαία έκθεσή του.

«Σημασία έχει τώρα η εφαρμογή του με όσες βελτιώσεις είναι ακόμα δυνατές. Αν αποτύχει, τότε η επιστροφή στην ανάπτυξη διακυβεύεται» αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, ενώ αναδεικνύεται ο κίνδυνος της ρητορικής της πολιτικής αντιπαράθεσης και η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, στοιχεία που συσκοτίζουν την «κοινή βάση».

Τονίζεται πάντως ότι «η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπέρ του νέου Μνημονίου παραμένει μείζον πολιτικό γεγονός και συνιστά λόγο αισιοδοξίας, καθώς ήταν ένα πρώτο βήμα για να αναιρεθεί ο διχασμός της πολιτικής και των πολιτών σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς και να δημιουργηθεί ελάχιστη συναίνεση για τους κανόνες του παιγνιδιού».

Παρ’ όλα αυτά, μόνο η ανάπτυξη θα θωρακίσει αυτή τη διαδικασία δημιουργίας μιας ελάχιστης συνέχισης και θα αποτρέψει ουσιαστικά μελλοντικούς κινδύνους.

Υπογραμμίζεται ακόμα ότι για την κυβέρνηση «το νέο Μνημόνιο σηματοδότησε την επανέναρξη μιας όντως ιδεολογικά δύσκολης και πολιτικά επώδυνης διαδικασίας επαναπροσέγγισης της χώρας με τους εταίρους».

Το εύρος των δημοσιονομικών προσαρμογών και των μεταρρυθμίσεων που ακόμα απαιτούνται αλλάζουν το πρότυπο οικονομίας και κράτους στη χώρα καθώς τροποποιούν τα δεδομένα σε σειρά ολόκληρη περιοχών πολιτικής (θεσμούς, συντάξεις, φοροδιαφυγή, ιδιωτικοποιήσεις).

Η στόχευση αποβλέπει στη μεταβολή των κανόνων του παιχνιδιού με αναπτυξιακή προοπτική και όχι απλά αμυντική για να αποφύγουμε τα χειρότερα. Πρόκειται για έναν «ηράκλειο άθλο», επισημαίνουν οι οικονομολόγοι της Βουλής.

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζουν, επρόκειτο για ένα θαρραλέο αναπροσανατολισμό πολιτικής που πιστώνεται πρωτίστως στον πρωθυπουργό. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί όμως και από τη στάση της αντιπολίτευσης.

Αναλυτικότερα στην έκθεση, μεταξύ των άλλων, επισημαίνεται ότι:

● Το πρώτο εξάμηνο του 2015 θα καταγραφεί στην ιστορία ως μια διαδικασία πολιτικής προσαρμογής που, παρ’ όλο που βελτίωσε ορισμένους στόχους (π.χ. στα πρωτογενή πλεονάσματα 0,5%, 1,75% και 3,5% του ΑΕΠ το 2016, 2017 και 2018, αντίστοιχα. ), κόστισε στη χώρα και περιέπλεξε τα προβλήματα.

● Η ανεργία διατηρείται επίμονα σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα (κατά τις προβλέψεις του προϋπολογισμού 25,4% για το 2015 και το 2016).

● Τους επόμενους μήνες, μέχρι τον Μάρτιο-Απρίλιο 2016, θα πρέπει να συμφωνηθούν με τους θεσμούς και να αρχίσουν να εφαρμόζονται δύσκολες μεταρρυθμίσεις (δημοσιονομικοί στόχοι, ασφαλιστικό, φορολογικό, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Οικονομικής Στρατηγικής 2017-2020, εκσυγχρονισμός της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα και μεταρρύθμιση στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας).

● Οι προτάσεις της κυβέρνησης για την αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος αναμένονται τον Μάρτιο 2016. Το Γραφείο σε προηγούμενη έκθεσή του εκτίμησε ότι έχει εξαντληθεί η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών που πληρώνουν φόρους.

Η πρόκληση στο φορολογικό είναι όχι μόνο να εξαλειφθούν οι πάσης φύσης ανορθολογισμοί (εξαιρέσεις, φοροαπαλλαγές, πολυπλοκότητα κ.λπ.) αλλά και να διευρυνθεί η φορολογική βάση με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όπου μέχρι σήμερα οι φορολογικές αρχές δεν έχουν πετύχει πολλά πράγματα. Αλλως, θα επιβαρύνονται οι πολίτες που ήδη φορολογούνται κανονικά.

● Παρά τις συνεχείς αυξήσεις φορολογικών συντελεστών από το 2010 τα φορολογικά έσοδα μειώθηκαν ώς το 2015 κατά 8,1 δισ. (εξέλιξη αναμενόμενη λόγω της μεγάλης ύφεσης αλλά και λόγω της αδυναμίας περιορισμού της φοροδιαφυγής)!

Η απότομη άνοδος των ληξιπρόθεσμων οφειλών των φορολογουμένων είναι κακός οιωνός για το επόμενο διάστημα, καθώς οι υποχρεώσεις των πολιτών προς την εφορία αυξάνονται.

● Το δημόσιο χρέος για το 2015 εκτιμάται στο 180,2% του ΑΕΠ (316,5 δισ. ευρώ), ενώ η πρόβλεψη για το 2016 είναι για χρέος στο 187,8% του ΑΕΠ (327,6 δισ. ευρώ.).

Η αύξηση του χρέους -εν μέσω μιας σφικτής δημοσιονομικής πολιτικής- προκύπτει από τις δαπάνες για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την εξυπηρέτηση υποχρεώσεων του Δημοσίου.

Η εξυπηρέτηση χρέους τέτοιου μεγέθους βρίσκεται εκτός των δυνατοτήτων της Ελλάδας, αν ληφθεί υπόψη η στασιμότητα του 2015 και η ύφεση του 2016. Σύμφωνα με εσωτερικό έγγραφο του ΔΝΤ (Ιούλιος 2015), το δημόσιο χρέος θα ανέλθει στο 200% του ΑΕΠ μέσα στα επόμενα δύο χρόνια.

● Το 2016 αναμένεται να είναι το έτος των αποκρατικοποιήσεων. Ο προϋπολογισμός του 2016 στοχεύει σε έσοδα 1,802 δισ. ευρώ, ενώ το ΤΑΙΠΕΔ τοποθετεί τις εισπράξεις σε 2,330 δισ. ευρώ (περιφερειακά αεροδρόμια, μαρίνες, Ελληνικό κ.λπ.).