ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ρομίνα Νικηφόρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η στροφή των καταναλωτών, τόσο των νέων και της Gen Z όσο και των μεγαλύτερων σε ηλικία, προς πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες αναδιαμορφώνει τα τελευταία χρόνια το τοπίο στη βιομηχανία τροφίμων. Οι επιχειρήσεις του κλάδου επιχειρούν να προσαρμοστούν στις νέες καταναλωτικές τάσεις που αναδύονται, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες απαιτήσεις για πιο ισορροπημένη διατροφή.

Είναι ενδεικτικό πως στην Ελλάδα η πιο πρόσφατη έρευνα της ΕΥ, Future Consumer Index, ανέδειξε ως δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία καταναλωτών, σε ποσοστό 22%, τους «Health First». Εκείνους, δηλαδή, που ανησυχούν για την προσωπική και την οικογενειακή τους υγεία και θέτουν ως βασικό κριτήριο στις αγοραστικές τους επιλογές την υγεία.

Μάλιστα, η αυξημένη ζήτηση για υγιεινές επιλογές δεν περιορίζεται μόνο στα κύρια γεύματα. Επεκτείνεται και σε κατηγορίες, όπως τα υγιεινά σνακ ή τα μη αλκοολούχα ποτά. Ταυτόχρονα, σημαντική ανάπτυξη παρουσιάζουν προϊόντα που καλύπτουν εξειδικευμένες διατροφικές ανάγκες των καταναλωτών, όπως τα τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας, εκείνα που απευθύνονται σε όσους ακολουθούν vegan ή ωμοφαγική διατροφή ή τα βιολογικά προϊόντα.

Εστιάζοντας σε ελληνικές εταιρείες τροφίμων οι οποίες προωθούν την υγιεινή διατροφή, η πρώτη επένδυση του επενδυτικού ταμείου SMERemediumCap II, μετά την άντληση κεφαλαίων ύψους 200 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο Δεκέμβριο, αφορά την πλειοψηφική εξαγορά της Βιοϋγεία Α.Ε., εταιρείας που ηγείται στον κλάδο των βιολογικών τροφίμων και μίας από τις πρώτες στον χώρο, στην Ελλάδα.

Σε διεθνές επίπεδο, η ανάπτυξη της συγκεκριμένης αγοράς παραμένει ισχυρή καθώς, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση «The World of Organic Agriculture: Statistics and Emerging Trends 2026», οι πωλήσεις βιολογικών τροφίμων και ποτών άγγιξαν σχεδόν τα 145 δισ. ευρώ την περίοδο 2024-2025, εμφανίζοντας αύξηση κατά περίπου 6,9 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Στην Ελλάδα, παρά τη σημαντική ανάπτυξη των τελευταίων ετών, η διείσδυση των βιολογικών προϊόντων στην αγορά, υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, καθώς παραμένει σε χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό, έναντι άνω του 10% σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και έως 20%, σε πιο ώριμες ευρωπαϊκές αγορές. Ταυτόχρονα, η εγχώρια αγορά χαρακτηρίζεται ως κατακερματισμένη σε υψηλό βαθμό, με πλήθος μικρών επιχειρήσεων αλλά και με σημαντικές διαφοροποιήσεις σε ποιότητα και προϊόντα.

Προοπτικές

Ωστόσο, λόγω της αυξανόμενης ευαισθητοποίησης των καταναλωτών για υγιεινή διατροφή και βιώσιμα προϊόντα, σε συνδυασμό με τη σταδιακή σύγκλιση τιμών μεταξύ συμβατικών και βιολογικών προϊόντων, καθώς και του ευνοϊκού ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου για τη διάθεσή τους, δημιουργούνται ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης για τον κλάδο, σύμφωνα με το SMERC. Στόχος της συγκεκριμένης επένδυσης, όπως επισημαίνεται, είναι η δημιουργία ενός ισχυρού και ανθεκτικού επιχειρηματικού σχήματος στον χώρο των βιολογικών προϊόντων, μέσω οργανικής ανάπτυξης αλλά και στρατηγικών συγχωνεύσεων και εξαγορών.

Το προφίλ της εταιρείας «Βιοϋγεία»

Η εταιρεία Βιοϋγεία στην οποία επενδύει το SMERC II, έχει ως βασικό της brand το «Ola Bio», ενώ παράλληλα αντιπροσωπεύει και κορυφαία διεθνή brands όπως τα Yogi Tea, Rapunzel, Koko, Holle και Ecomil. Τα προϊόντα της διανέμονται μέσω των μεγαλύτερων αλυσίδων λιανικής και εξειδικευμένων δικτύων βιολογικών προϊόντων, ενώ η εταιρεία αναπτύσσει και εξαγωγική δραστηριότητα. Ο κύκλος εργασιών της ανήλθε σε 23 εκατ. ευρώ το 2025, με EBITDA 2,8 εκατ. ευρώ, ενώ διατηρεί μηδενικό δανεισμό. Μετά τη συμφωνία με το SMERemediumCap II, οι σημερινοί μέτοχοι της Βιοϋγεία θα διατηρήσουν μικρή, μειοψηφική συμμετοχή στο νέο σχήμα και θα εκπροσωπούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Η σημερινή εκτελεστική διοίκηση θα παραμείνει ενεργή και θα ηγηθεί της επόμενης φάσης ανάπτυξης της εταιρείας, σε στενή συνεργασία με το SMERC II.