Υπέρ δεκάδων απολύσεων τάχθηκε πρόσφατα το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας του αρμόδιου υπουργείου, δίνοντας έτσι ψήφο εμπιστοσύνης στη φάμπρικα μεγάλων εταιρειών να «απαλλάσσονται» μεθοδικά από προσωπικό μέσω απόσχισης σε εταιρείες-βιτρίνες.
Η ντροπιαστική απόφαση του αρμόδιου τμήματος απολύσεων του ΑΣΕ οδηγεί την ερχόμενη Πέμπτη στην ανεργία 48 πρώην υπαλλήλους της Τράπεζας Πειραιώς, με πολυετή εμπειρία, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στη θυγατρική της PELD, μετέπειτα Optimal Electronic Loan Documentation (OELD), η οποία κλείνει ελλείψει οικονομικών πόρων.
Εργαζόμενοι και συνδικαλιστές καταγγέλλουν στην «Εφ.Συν.» ότι η τράπεζα -με κερδοφορία άνω του 1 δισ. ευρώ το 2025- φέρεται να τράβηξε την «πρίζα» από τη θνησιγενή εταιρεία διακόπτοντας την παροχή χρηματοδότησης από την οποία πληρώνονταν μισθοί εργαζομένων.
Καθοριστική ψήφος
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, τα μέλη του Συμβουλίου, μεταξύ των οποίων και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εργασίας, Νίκος Μηλαπίδης, ενέκριναν την εργοδοτική προσφυγή με οκτώ ψήφους έναντι επτά κατά.
Ηδη πάντως η απόσχιση από την Τράπεζα έχει κριθεί παράνομη με τρεις δικαστικές αποφάσεις, η μία εκ των οποίων διατάσσει την επαναπρόσληψη των εργαζομένων. Από την αρχή σωματεία όπως τα ΣΕΥΤΠΕ, ΣΕΤΑΠ και ΣΥΓΤΕ στήριξαν πολλούς εργαζόμενους σε ό,τι αφορά την προσφυγή τους στη Δικαιοσύνη.
Κύμα στήριξης
Στο πλευρό των εργαζομένων βρίσκονται τους τελευταίους μήνες κλαδικοί και ευρύτερα συνδικαλιστικοί φορείς, αριστερές και δεξιές παρατάξεις, καταδικάζοντας τη διαδικασία απομάκρυνσης των τραπεζοϋπαλλήλων που διατηρούσαν σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την τράπεζα και αναγκάζονταν να εκτελούν έργα διαχείρισης δανειοποιημένων εγγράφων και ψηφιοποίησης κατά την απασχόλησή τους στην εργολαβική εταιρεία.
Ενδεικτικά, η Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας και η ΓΣΕΕ ζήτησαν σε ανακοινώσεις τους από την Πειραιώς να υλοποιήσει τη δέσμευσή της προκειμένου να επιστρέψουν άμεσα και οι 48 εργαζόμενοι σε αυτήν.
Σε συμφωνία ανάμεσα στην τράπεζα και τον Σύλλογο Εργαζομένων της, πριν από την απόσχιση, προβλεπόταν η υποχρέωση να επαναπροσλαμβάνονται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, υπάλληλοι της νέας εταιρείας που προέρχονται από την Πειραιώς και έχουν μείνει χωρίς εργασία, εφόσον και οι ίδιοι το επιθυμούν. Μέχρι το 2030 ο σχεδιασμός της τράπεζας προβλέπει 900 προσλήψεις κυρίως σε τομείς οι οποίοι συνδέονται με την ανανέωσή της και με δεξιότητες που ενδέχεται να μην περιλαμβάνουν τα αντικείμενα των πρώην υπαλλήλων της.
Ζητούν αποκατάσταση
«Η χωρίς καθυστέρηση αποκατάσταση του συνόλου των εργαζομένων θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη. Ειδικά τη στιγμή που η τράπεζα αντιμετωπίζει αναντίρρητα ανάγκες στελέχωσης, τόσο στο δίκτυο καταστημάτων, όσο και στις κεντρικές της υπηρεσίες» τόνισε η OTOE.
Το Σωματείο Εργαζομένων Χρηματοπιστωτικών και Συναφών Επιχειρήσεων Ν. Αττικής στις ομαδικές απολύσεις που ανακοίνωσε η «Optimal Electronic Loan Documentation» έθιξε τη νομότυπη διαδικασία απολύσεων κατά την οποία υπήρξε «διαβούλευση», ενώ δεν υπάρχει «αντιπροσωπευτικό» σωματείο στην εταιρεία, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να εκλέξουν εκπροσώπους για τις διαπραγματεύσεις με την εργοδοσία.
Η Αγωνιστική Ενότητα Τραπεζοϋπαλλήλων απαίτησε την κατάργηση του νομικού πλαισίου για τις αποσχίσεις κλάδων βάσει του Ν. 4601/2019, καταγγέλλοντας επίσης ότι η «κλαδική σύμβαση που υπέγραφαν ΔΗΣΥΕ-ΔΑΚΕ δεν είχε ρήτρα προστασίας από απολύσεις».
Αναφορά
Την απόσυρση των απολύσεων ζήτησε και ο τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Γιώργος Γαβρήλος, καταθέτοντας σχετική αναφορά στην οποία, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει τα εξής: «Πρέπει άμεσα να επιστρέψουν στην τράπεζα και να μη γίνει καμία απολύτως απόλυση, η οποία θα είναι παράνομη και ενάντια στις δικαστικές αποφάσεις. Η πραγματικότητα αυτή τη στιγμή για τους εργαζόμενους στον τραπεζικό τομέα είναι από τη μια η μεγάλη κερδοφορία των τραπεζών και από την άλλη η απαξίωση της εργασίας, η αντικατάσταση των Συλλογικών Συμβάσεων από τις ατομικές, η υποστελέχωση σε μόνιμο προσωπικό και η ενοικίαση εργαζομένων από εργολαβικές εταιρείες που πολλές φορές αποδεικνύονται χείριστοι εργοδότες.
Τέλος, έστρεψε τα πυρά του στην κυβέρνηση, γιατί «παρακολουθεί άπραγη να λαμβάνουν χώρα στον κλάδο σημαντικές καταπατήσεις της εργασιακής νομοθεσίας, με θύματα πάντα τους ίδιους τους εργαζόμενους, και να μην επεμβαίνει, αποποιούμενη τελικά τον θεσμικό της ρόλο».
