ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λένα Κυριακίδη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ψίχουλα για ακόμα μία χρονιά η ονομαστική αύξηση 40 ευρώ μεικτά στον κατώτατο μισθό από την 1η Απριλίου, γιατί η κυβέρνηση αρνείται να επαναφέρει τον καθορισμό του στους κοινωνικούς εταίρους και να τιμαριθμοποιήσει τη φορολογική κλίμακα, επιλέγοντας την αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Στις τσέπες τους περίπου 700.000 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα θα δουν καθαρά από 27 έως 35 ευρώ, καθώς το υπουργικό συμβούλιο προσδιόρισε χθες στο 4,55% την αύξηση του κατώτατου, επιβεβαιώνοντας τις πληροφορίες της «Εφ.Συν.» για αναπροσαρμογή στα 920 ευρώ από τα 880, που ισχύει σήμερα (βλ. «Αύξηση του κατώτατου με μείωση των πραγματικών μισθών», 21.03.2026).

Εργαζόμενοι με μία τριετία θα λάβουν περίπου 1.012 ευρώ μεικτά, με δύο τριετίες περίπου 1.104 και με τρεις έως 1.195, αφού στην προσαύξηση δεν συνεκτιμώνται τα χρόνια εργασίας από το 2012 μέχρι το 2024. Αρα όσοι είναι από 30 ετών και πάνω θα περιμένουν μέχρι το 2027 για τη συμπλήρωση της πρώτης τριετίας. Πιο «ευνοημένοι» λόγω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών είναι οι νέοι κάτω των 25 ετών, που θα αμείβονται με 797 ευρώ καθαρά.

Από την αύξηση επηρεάζεται το σύνολο των δημόσιων υπαλλήλων, ανάλογα με τα κλιμάκια, και οι δικαιούχοι επιδομάτων και παροχών, που υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο. Το επίδομα γονικής άδειας διαμορφώνεται περίπου στα 1.840, ανεργίας στα 540 ευρώ και γάμου στα 88 ευρώ.

Επιλεκτική ανάγνωση

Σε χθεσινή συνέντευξη Τύπου η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, παρουσίασε παραδείγματα για πενιχρά οφέλη στους εργαζόμενους και εστίασε επιλεκτικά στη μείωση της ανεργίας, στην ανάπτυξη κλάδων υψηλής παραγωγικότητας και στην πορεία μισθών και εισφορών κατά τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

Ελλείψει πολιτικής βούλησης για μέτρα ουσιαστικής βελτίωσης των μισθών, καταπολέμησης της ακρίβειας και ελάφρυνσης του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τα οποία θα αντανακλούνταν στην παραγωγικότητα της εργασίας και την ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, η υπουργός επέμεινε πως η εισοδηματική ενίσχυση των πολιτών αποφασίζεται βάσει των αντοχών της οικονομίας.

Το αφήγημα της κυβέρνησης για συνολική αύξηση 41,54% του κατώτατου σε σχέση με το 2019, υψηλότερα δηλαδή από την άνοδο του πληθωρισμού κατά την ίδια περίοδο, καταρρίπτεται από την πτώση της αγοραστικής δύναμης του μέσου ονομαστικού μισθού πλήρους απασχόλησης και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αλλωστε, η μεγαλύτερη μερίδα των εργαζομένων, πάνω από 6 στους 10, παραμένουν χαμηλόμισθοι, καθώς, σύμφωνα με τα ετήσια στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ, αμείβονται με περίπου 1.000 ευρώ μεικτά.

Δεύτερον, οι έξι συνολικά αυξήσεις επί Ν.Δ. δεν έχουν καταφέρει να αντισταθμίσουν τις πραγματικές απώλειες από τη συσσωρευμένη υποχώρηση των μισθών στα χρόνια των μνημονίων και από τις πληθωριστικές ανατιμήσεις-φωτιά της τελευταίας πενταετίας. Τρίτον, ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή στο 2,9% διαμορφώνεται χαμηλότερα από ό,τι οι τιμές του καλαθιού του λαϊκού νοικοκυριού. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι βασικά αγαθά έχουν καταγράψει πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το κρέας που ξεπέρασε το +13%, ενώ το κόστος στέγασης και ενέργειας πολλαπλασιάστηκε, εκτοξεύοντας το κόστος ζωής.

Μακριά από τον αξιοπρεπή κατώτατο

Το ακαθάριστο ποσό για έναν κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης προσδιόρισε το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ στην αρμόδια επιτροπή του υπουργείου, προτείνοντας 1.052 ευρώ μεικτά, βάσει στοιχείων του ΟΟΣΑ. Αυτό θύμισε χθες σε ανακοίνωσή της η ΓΣΕΕ, τονίζοντας την ανάγκη για επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και καταρρίπτοντας τη «διαφήμιση» της διαδικασίας για τη διαμόρφωση της αύξησης από την κ. Κεραμέως μέσω «διαβούλευσης».

«Ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, δεν πρέπει να συνεχιστεί. […] Τα στοιχεία των μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καταγράφουν ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του μήνα», επεσήμανε η Συνομοσπονδία.

Για «μέγιστο εμπαιγμό και ασέβεια και ταυτόχρονα πράξη κοινωνικής αναλγησίας απέναντι στον κόσμο της εργασίας που καθημερινά περνά μαύρες ώρες» έκανε λόγο ο γ.γ. της ΓΣΕΕ, Νίκος Φωτόπουλος σε δήλωσή του κατά του πρωθυπουργού. «Ντροπή όμως και στην πλειοψηφία της ΓΣΕΕ, που δεν έκανε τίποτα να σας εμποδίσει», σχολίασε ο ίδιος, στρέφοντας τα βέλη στην ΠΑΣΚΕ.

Ξεμπρόστιασμα και από την αντιπολίτευση

Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση επεφύλασσε η αντιπολίτευση αλλά και ο πρώην υπουργός Εργασίας και πρόεδρος της Βουλής Απόστολος Κακλαμάνης. Είχε εισηγηθεί τον Ν.1876/8.3.1990 για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, που εφαρμόστηκε από τις κυβερνήσεις Κων/νου Μητσοτάκη, Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστα Σημίτη και Κώστα Καραμανλή μέχρι τη χρεοκοπία, που οδήγησε τη χώρα στο πρώτο μνημόνιο. 

Θύμισε επίσης ότι «έγινε δεκτός ως ο πιο δίκαιος και αναγκαίος νόμος για την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, που αποτελούσε προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας και την αντιμετώπιση της τότε πολιτικής και οικονομικής κρίσης. Με τον νόμο αυτό, εργοδότες και εργαζόμενοι διαπραγματεύονταν και κατέληγαν σε όλες τις συλλογικές (κλαδικές) συμβάσεις, με αφετηρία την Εθνική Γενική ΣΣΕ, με την οποία καθορίζονταν ο κατώτατος». «Ο κ. Κυρ. Μητσοτάκης και η ΝΔ συνεχίζουν να σπέρνουν ανέμους, αφήνοντας την κοινωνία να θερίσει τις θύελλες!» πρόσθεσε.

Ο Παύλος Χρηστίδης από το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. δήλωσε πως η ανεπαρκής και κατώτερη των περιστάσεων αύξηση επιβεβαιώνει, ακόμα μια φορά, την αποτυχία της πολιτικής της κυβέρνησης. «Η απάντηση για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων μπορεί να δώσει μόνο μια άλλη κυβέρνηση, με προοδευτικό πρόσημο, που θα στοχεύει σε μια δίκαιη οικονομική και μισθολογική πολιτική» υποστήριξε ο Γιώργος Γαβρήλος από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Το ΚΚΕ κάλεσε πολίτες και σωματεία «να απαιτήσουν μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, μείωση του σταθερού ημερήσιου εργάσιμου χρόνου σε 7ωρο-5ήμερο-35ωρο, άμεσα και ουσιαστικά μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της πραγματικής ευημερίας για τους εργαζόμενους». «Χωρίς συλλογικές συμβάσεις, χωρίς πραγματικές αυξήσεις και με πολιτικές που κρατούν τους μισθούς χαμηλά, η κοινωνία οδηγείται σε διαρκή φτωχοποίηση. Ο κ. Μητσοτάκης κάνει την κρίση ευκαιρία και δίνει μικρότερη αύξηση από αυτή που ο ίδιος προανήγγειλε», σχολίασε η ΝΕ.ΑΡ.