Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την κοινωνική συνοχή και την τόνωση της κατανάλωσης. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης πολιτικής εξαρτάται άμεσα από τη δυνατότητα της πραγματικής οικονομίας να την απορροφήσει» αναφέρει ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά (ΕΣΠ) με αφορμή την ανακοίνωση της κυβέρνησης για την αύξηση του κατώτατου μισθού στα επίπεδα των 920 ευρώ από την 1η Απριλίου.

Οι έμποροι του Πειραιά τονίζουν ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού, συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις άμεση επιβάρυνση της τάξης των 55–60 ευρώ μηνιαίως ανά εργαζόμενο, η οποία σε ετήσια βάση υπερβαίνει τα 680 ευρώ, ενώ στα δημόσια έσοδα συνεισφέρει πρόσθετα 404 εκ. ευρώ ετησίως. «Σε πολλές περιπτώσεις, εφόσον συνυπολογιστούν οι παράλληλες επιπτώσεις από ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές επιβαρύνσεις, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να προσεγγίσει ή και να ξεπεράσει τα 800 ευρώ ετησίως ανά εργαζόμενο. Για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής αγοράς, η επιβάρυνση αυτή δεν είναι αμελητέα και επηρεάζει άμεσα τη ρευστότητα και τη βιωσιμότητά τους» επισημαίνουν.

Παράλληλα υποστηρίζουν ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η ίδια η αύξηση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται το κόστος της, λέγοντας ότι στην παρούσα συγκυρία, το βάρος μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στις επιχειρήσεις, την ώρα που το κράτος ωφελείται άμεσα από την αύξηση μέσω εισφορών και φορολογικών εσόδων.«Η ανισορροπία αυτή δημιουργεί εύλογο προβληματισμό, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ήδη υψηλό λειτουργικό κόστος, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και αυξημένες τραπεζικές επιβαρύνσεις» εξηγούν.

Ο ΕΣΠ υπογραμμίζει ότι η αύξηση των μισθών πρέπει να είναι βιώσιμη και να στηρίζεται σε μια συνολική πολιτική ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας και στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαία η λήψη παράλληλων μέτρων, όπως η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης που συνδέεται με τον κατώτατο μισθό και η βελτίωση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδοτικά εργαλεία.

«Η ενίσχυση του εργαζομένου και η στήριξη της επιχείρησης δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους. Αντιθέτως, συνιστούν δύο όψεις της ίδιας αναπτυξιακής εξίσωσης. Χωρίς βιώσιμες επιχειρήσεις, δεν μπορούν να υπάρξουν σταθερές και ποιοτικές θέσεις εργασία» συμπληρώνει.