«Αγαπητά μέλη των Δ.Σ. των συνδικαλιστικών οργανώσεων της ΛΑΡΚΟ. Σας ευχαριστούμε για την επιστολή σας στις 27 Σεπτεμβρίου 2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επίγνωση των ανησυχιών που εκφράστηκαν σχετικά με την κατάσταση της ΛΑΡΚΟ και τις προοπτικές για τη μελλοντική λειτουργία της. Τα θέματα που αφορούν την αναδιάρθρωση της λειτουργίας εμπίπτουν κατά κύριο λόγο στην αρμοδιότητα των ελληνικών αρχών, οι οποίες παραμένουν σε επαφή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία του νικελίου και του κοβαλτίου για τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης και για την επίτευξη μεγαλύτερης αυτονομίας στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών. Οι στόχοι αυτοί είναι κεντρικής σημασίας για τον νόμο για τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τη συμφωνία για καθαρή βιομηχανία…».

Αυτή είναι η απάντηση της Κομισιόν -από το γραφείο του εκτελεστικού αντιπροέδρου της για τη Βιομηχανική Στρατηγική Σ. Σεζουρνέ- που έφτασε με καθυστέρηση τεσσάρων μηνών, μόλις στις 28 Ιανουαρίου, στα χέρια των εκπροσώπων των απολυμένων εδώ και ενάμιση χρόνο από την ιστορική μεταλλουργία, εγκαταλελειμμένη στην καταστροφή και στο πλιάτσικο έπειτα από τον ματαιωθέντα διαγωνισμό πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της.
Το χρονικό
Η εκτενής επιστολή των σωματείων των απολυμένων προς την Κομισιόν παρουσίαζε το χρονικό του διαγωνισμού-φιάσκο και ζητούσε κατεπείγουσα εξεύρεση λύσης που θα διασφαλίζει την ενιαία επαναλειτουργία της και την αξιοποίηση των συνολικών δυνατοτήτων «της μοναδικής επιχείρησης παραγωγής σιδηρονικελίου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία και αξιοποιεί το 90% των συνολικών κοιτασμάτων νικελίου και κοβαλτίου στα γεωγραφικά όρια αυτής». Και χτυπούσε φλέβα, καθώς μόλις προ ολίγων μηνών η Κομισιόν είχε ανακοινώσει τη στήριξη σειράς επενδύσεων στα κρίσιμα μέταλλα σε πολλές χώρες της Ε.Ε., ανάμεσά τους και σε περιοχές με πολύ μικρά κοιτάσματα νικελίου και κοβαλτίου, ελάχιστα σε μέγεθος σε σχέση με της ΛΑΡΚΟ.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε καν υποβάλει σχετικό σχέδιο, ενώ από την Ελλάδα η μόνη πρόταση που είχε υποβληθεί και εγκριθεί ήταν της Metlen για το γάλλιο.
Περίπου μία εβδομάδα μετά την παραλαβή της απάντησης της Κομισιόν από τα σωματεία των απολυμένων, στο ΦΕΚ 552 της 5/2/2026 δημοσιεύτηκε η απόφαση 17841 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος-Ενέργειας, Πιερρακάκη και Παπασταύρου, που αναθέτει στο Υπερταμείο την «αξιολόγηση των διαγωνιστικών διαδικασιών που διενεργήθηκαν για την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων της ΛΑΡΚΟ και του Ελληνικού Δημοσίου». Τι νόημα έχει η αξιολόγηση αυτή δεν είναι σαφές. Πιο ενδιαφέρουσα είναι όμως η εντολή στο Υπερταμείο να εκτιμήσει αν είναι βιώσιμη η προοπτική επανάληψης των διαγωνιστικών διαδικασιών με τον νόμο 4664/2020 ή αν πρέπει να βρεθεί εναλλακτική πρόταση για τη συνολική αξιοποίηση των «κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων» της ΛΑΡΚΟ.
Νέα διαδικασία
«Η πρόταση αυτή δύναται να προβλέπει τη διενέργεια νέας διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία θα διέπεται από διαφορετική δομή και όρους», λέει η υπουργική απόφαση, που σχεδόν… απεκρύβη, και φυσικά εγγυάται την κάλυψη όλων των λειτουργικών εξόδων και αμοιβών συμβούλων και λοιπών ειδικών που θα εμπλακούν στην εκπόνηση της αξιολόγησης. Η οποία πρέπει να παραδοθεί από το Υπερταμείο (ΕΕΣΥΠ) μέχρι τις 5 Μαΐου. Εύλογα το σωματείο των απολυμένων της ΛΑΡΚΟ στη Λάρυμνα επισημαίνει ότι η απάντηση Κομισιόν και η εν κρυπτώ υπουργική απόφαση «ξεγυμνώνουν την πολιτική που σπατάλησε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από το υστέρημα των φορολογουμένων και των εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ».
Το σωματείο επαναλαμβάνει τα αιτήματά του -να σταματήσει το πλιάτσικο της ΛΑΡΚΟ, να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι υπεύθυνοι που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση των εγκαταστάσεων και η φύλαξη, να επαναλειτουργήσει και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητές της η ΛΑΡΚΛΟ- και ζητεί συνάντηση με τους αρμόδιους υπουργούς και τις υπηρεσίες. Παράλληλα, το σωματείο με βάση τις εξελίξεις αυτές ανοίγει ξανά το θέμα ΛΑΡΚΟ στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωκοινοβουλίου, παρά το γεγονός ότι είχε κλείσει με την ψήφο του ευρωβουλευτή της Ν.Δ. κ. Μπελέρη και της Ομάδας που ανήκει η Αφρ. Λατινοπούλου.
