Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο ιλιγγιώδες ποσό των 120 δισ. ευρώ ανέρχεται η μείωση των καταθέσεων από την αρχή της κρίσης, ενώ κατά το τελευταίο έτος 45 δισ. ευρώ σε χαρτονομίσματα έφυγαν από τις τράπεζες.

Τα καλά νέα ωστόσο, σύμφωνα με τον αναπληρωτή διευθύνοντα σύμβουλο της Eurobank Θόδωρο Καλαντώνη, είναι ότι το 80% των καταθέσεων που έφυγαν από τις τράπεζες το 2015 βρίσκεται εντός των συνόρων, δηλαδή σε σπίτια, τραπεζικές θυρίδες και χρηματοκιβώτια επιχειρήσεων.

Μιλώντας σε ημερίδα της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ), ο Θ. Καλαντώνης υπογράμμισε ότι αυτή η ρευστότητα, που είναι άνω του 25% του ΑΕΠ, αν επέστρεφε στις τράπεζες θα δρούσε καταλυτικά στην επανεκκίνηση της οικονομίας.

«Με την αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης, περίπου 25 δισ. ευρώ καταθέσεις μπορούν και πρέπει να επιστρέψουν εντός της επόμενης διετίας στο τραπεζικό σύστημα.

Σίγουρα η επιτυχημένη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, που μόλις ολοκληρώθηκε, θα βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση δεδομένου ότι απομακρύνθηκε οριστικά ο κίνδυνος κουρέματος των καταθέσεων», σημείωσε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank.

Νωρίτερα, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, στο περιθώριο της παρουσίασης του νέου χαρτονομίσματος των 20 ευρώ, διαβεβαίωνε ότι οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες είναι πλήρως εξασφαλισμένες και έχει αποσοβηθεί ο κίνδυνος κουρέματος.

Σύμφωνα πάντως με τον Θ. Καλαντώνη, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιταχυνθεί η αύξηση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος είναι «να προχωρήσουμε άμεσα στην επόμενη φάση χαλάρωσης των capital controls, ξεκινώντας από την πλήρη απελευθέρωση των χρημάτων που, από τα σπίτια και τις θυρίδες, επιστρέφουν ξανά στο τραπεζικό σύστημα».

Οπως εξήγησε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, αυτό σημαίνει ότι τα χαρτονομίσματα που επιστρέφουν στο τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να μην υπόκεινται στους περιορισμούς των capital controls.

Η επιστροφή των καταθέσεων είναι το ένα ζητούμενο. Το έτερο που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες αλλά και οι δανειολήπτες είναι αυτό των «κόκκινων» δανείων σε μια περίοδο που έχει ανοίξει για τα καλά η συζήτηση περί πώλησής τους σε funds.

Παρά την αρνητική επίδραση και τη δυσλειτουργία που προκάλεσαν τα capital controls, ο ρυθμός αύξησης των επισφαλών δανείων δεν φαίνεται να επηρεάστηκε όσο αναμενόταν.

Το συνολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ (επί συνόλου 206 δισ. ευρώ δανείων) ή ποσοστό 55% του ΑΕΠ.

Ειδικότερα για τα δάνεια προς επιχειρήσεις, ο Θ. Καλαντώνης υποστήριξε ότι «έχουμε δει ήδη την κορυφή του παγόβουνου.

Ο ρυθμός σχηματισμού νέων καθυστερήσεων άνω των 90 ημερών ήδη κινείται σε μηδενικά ή αρνητικά ποσοστά».

Για τα δάνεια των ιδιωτών είπε ότι οι καθυστερήσεις συνεχίζουν να αυξάνονται αλλά με αρνητικό ρυθμό και εκτιμά πως το ποσό των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών θα φτάσει στο μέγιστο σημείο του το ερχόμενο καλοκαίρι.

«Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πάντως ότι αυτή η βελτίωση στον ρυθμό αύξησης των καθυστερήσεων οφείλεται και στην υπεύθυνη στάση αρκετών οφειλετών οι οποίοι αντιμετώπισαν το πρόβλημα με πνεύμα συνεργασίας επ’ ωφελεία και των δύο πλευρών.

»Σε μια αγορά που έχει ξεπεράσει προ πολλού τις αντοχές της, η συνεργασία μας αποτελεί επιτακτική ανάγκη και οφείλουμε όλοι να προσπαθήσουμε ώστε να αποφευχθεί η άδικη εξομοίωση εκείνων που αντιμετωπίζουν πραγματικά προβλήματα με τους “επαγγελματίες κακοπληρωτές”», είπε χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της Eurobank.

Τέλος, εκτίμησε ότι ο νέος νόμος για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, οι βελτιώσεις και οι αλλαγές στον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στο πτωχευτικό δίκαιο επιχειρήσεων δημιουργούν πλέον ένα περισσότερο ευέλικτο και δίκαιο πλαίσιο που θα επιτρέψει στις τράπεζες να διαχειριστούν το πρόβλημα πιο αποτελεσματικά.