ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λένα Κυριακίδη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τη διαρθρωτική παθογένεια της άνισης αμοιβής για την παραγωγή στο μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής δράσης αποδεικνύει νέα έρευνα του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Επιχειρήσεων, επαληθεύοντας για ακόμα μία φορά ότι οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να μην απολαμβάνουν ισόρροπα τους καρπούς των κόπων τους στις αποδοχές τους.

Η μελέτη, που υπογράφει ο Βλάσης Μισσός, συμφωνεί με τη σταδιακή αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου της ελληνικής οικονομίας και τις αλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο διανέμεται ο παραγόμενος πλούτος, γιατί το συστηματικό θετικό χάσμα παραγωγικότητας-μισθών τροφοδοτεί κοινωνικοοικονομικές ανισότητες υπονομεύοντας τη δίκαιη ανάπτυξη.

Ειδικότερα, ο μέσος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης ανά εργαζόμενο σε όρους κοινής αγοραστικής δύναμης εμφανίζεται την τελευταία τετραετία χαμηλότερος μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ η αύξησή του μεταξύ 2018-2023 είναι μόλις 7% (26η χαμηλότερη θέση), όταν για την Ε.Ε. ο μέσος όρος των αυξήσεων υπολογίζεται σε 19%. Πάντως η παραγωγικότητα στην ευρωζώνη φαίνεται να παραμένει στάσιμη από το 2020 έως το 2024, ενώ οι εναλλαγές του μέσου μισθού διέρχονται από έντονες αυξομειώσεις, με την πτωτική τάση να είναι κυρίαρχη.

Εξετάζοντας τις μακροχρόνιες μεταβολές στην Ενωση ο ερευνητής διαπιστώνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας γρηγορότερα από τον μέσο μισθό από το 1995 έως το 2009 κατέγραψε ήπια αλλά αισθητή απόκλιση ανάμεσά τους, η οποία αμβλύνεται από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και για την επόμενη δεκαετία, καθώς οι ρυθμοί αύξησης των δύο μεγεθών παρουσίασαν μεγαλύτερη σύγκλιση. Αυτή η σύγκλιση ανακόπτεται από απότομες πιέσεις στη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19, γεγονός που ανέδειξε τις εγγενείς αδυναμίες και την ευαλωτότητα των αγορών εργασίας.

Το μέσο χάσμα μεταξύ παραγωγικότητας και μισθών υπολογίζεται θετικό σε όλους τους βασικούς επιχειρηματικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας από το 2018 έως και το 2023, εκτός από αυτόν του λιανεμπορίου (στο δείγμα δεν περιλαμβάνονται ο αγροτικός και δημόσιος τομέας), εντείνοντας τη συγκέντρωση πλούτου σε περιορισμένα χέρια εις βάρος της ευρύτερης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Μετακινήσεις

Στη διάρκεια της μακράς περιόδου από το 1995 έως το 2023, 29 από τους 55 κλάδους (βλ. πίνακα) λειτουργούν σταθερά κατά μέσο όρο με υψηλότερο μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της παραγωγικότητας έναντι των μισθών. Στις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις παρατηρείται αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων σε κλάδους με ταχύτερη ενίσχυση παραγωγικότητας. Αυτή η τάση μπορεί να υποδηλώνει τη μετακίνηση εργατικού δυναμικού προς πιο αποδοτικούς κλάδους και βέβαια την έντονη αδυναμία μετακύλισης της αύξησης στους μισθούς λόγω της ετεροβαρούς θέσης ισχύος των υπαλλήλων και της χαμηλής συνδικαλιστικής κάλυψης.

Στην έρευνα σημειώνεται το ποσοστό των μισθωτών που απασχολούνται σε κλάδους με θετικό χάσμα -δηλαδή όπου ο ρυθμός μεγέθυνσης της παραγωγικότητας είναι μεγαλύτερος του αντίστοιχου ρυθμού αύξησης των μισθών- αλλά και το ποσοστό που αυτοί οι κλάδοι καταλαμβάνουν στη συνολική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ). Από το 1995 έως και το 2020 το ποσοστό των εργαζομένων μεταβάλλεται γύρω από το 45%. Κατά τα τελευταία έτη 2021-2023 το αντίστοιχο ποσοστό εμφανίζει σημαντική αύξηση και ανέρχεται σε άνω του 70%.

Οπως αναφέρεται στη μελέτη, οι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας υπόκεινται και σε βραχυχρόνιες αλλαγές που καταδεικνύουν τόσο τις διακυμάνσεις του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και της ζήτησης όσο και την επίδραση των πολιτικών που ασκούνται κατά περιόδους. Ετσι οι εργαζόμενοι παραμένουν εκτεθειμένοι στις συνέπειες αυτών των μεταβολών με τη συνοχή του κοινωνικού ιστού να κινδυνεύει με περαιτέρω αποδυνάμωση.