O ΟΠΕΚ και οι σύμμαχοί του (ΟΠΕΚ+) προχώρησαν χθες στη μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής τους από το 2020 και τις πρώτες καραντίνες της πανδημίας, ωστόσο η επίπτωση στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου εκτιμάται ότι θα είναι πολύ μικρότερη από αυτήν που δείχνει.
Στην πρώτη συνάντησή τους με φυσική παρουσία από την έναρξη της πανδημίας, οι υπουργοί Πετρελαίου των χωρών-μελών του ΟΠΕΚ+ αποφάσισαν χθες στη Βιέννη τη μείωση της παραγωγής τους κατά 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, διπλάσια δηλαδή από αυτήν που διαδιδόταν τις τελευταίες ημέρες. Η ποσότητα αυτή -που ισοδυναμεί με το 2% της παγκόσμιας ζήτησης- θα αφαιρεθεί όμως από τα επίπεδα παραγωγής που ισχύουν βάσει της προηγούμενης απόφασης του καρτέλ και όχι από αυτά που πραγματικά παράγουν αυτήν την εποχή οι χώρες-μέλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Αύγουστο η συνολική ημερήσια παραγωγή του ΟΠΕΚ+ ήταν 3,6 εκατ. βαρέλια χαμηλότερη από τον επίσημο στόχο.
Η χαμηλότερη παραγωγή οφειλόταν τόσο στις κυρώσεις της Δύσης σε κάποιες χώρες-μέλη του OΠΕΚ+ όπως η Ρωσία, η Βενεζουέλα και το Ιράν όσο και στην υποεπένδυση και τα άλλα προβλήματα που εμφανίζει η πετρελαιοβιομηχανία άλλων χωρών-μελών όπως η Νιγηρία και η Αγκόλα. Η άντληση λιγότερου πετρελαίου από αυτές και άλλες χώρες του καρτέλ σημαίνει, σύμφωνα με τους ειδικούς, ότι δεν χρειάζεται να μειώσουν σήμερα την παραγωγή τους για να προσεγγίσουν τις νέες ποσοστώσεις τους. Κάτι που σημαίνει ότι η πραγματική μείωση της παραγωγής από τον ΟΠΕΚ+ θα είναι εκτός απροόπτου αρκετά μικρότερη από αυτήν που αποφασίστηκε χθες.
Οι εκτιμήσεις για το ύψος αυτής ποικίλλουν. Το πρακτορείο Bloomberg την υπολογίζει στα 880.000 βαρέλια ημερησίως ενώ η Jefferies στα 900.000 βαρέλια. Από την πλευρά τους οι αναλυτές της Goldman Sachs εκτιμούν ότι η πραγματική μείωση της παραγωγής από τον ΟΠΕΚ+ θα είναι ακόμη μικρότερη, μεταξύ 400 και 600 χιλιάδων βαρελιών ημερησίως, και θα υλοποιηθεί κυρίως από πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του Περσικού Κόλπου που είναι μέλη του ΟΠΕΚ όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κουβέιτ.
Η μείωση της παραγωγής οδήγησε πάντως σε νέα άνοδο των διεθνών τιμών, οι οποίες τις δύο προηγούμενες ημέρες της εβδομάδας είχαν σημειώσει ράλι 8%. Το μπρεντ άγγιξε αργά το απόγευμα τα 93,94 δολάρια ανά βαρέλι καταγράφοντας άνοδο 2% σε σχέση με την Τρίτη. Ωστόσο αργότερα η άνοδος «ξεθύμανε» στα 93,05 δολάρια ανά βαρέλι, μόλις 0,5% υψηλότερα σε σχέση με προχθές. Η σχετικά «χλιαρή» σε σχέση με το ράλι που προηγήθηκε άνοδος υποδεικνύει τις αμφιβολίες αρκετών επενδυτών για την αποτελεσματικότητα των περικοπών του OΠΕΚ+ στο να διατηρήσουν τα σημερινά επίπεδα τιμών. Παρότι είναι σημαντικά χαμηλότερα αυτών που καταγράφηκαν το περασμένο καλοκαίρι (πάνω από τα 130 δολάρια ανά βαρέλι), παραμένουν υψηλά αν ληφθούν υπόψη οι φόβοι επικείμενης βαθιάς ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία, το σφίξιμο των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και ο κίνδυνος κρίσης χρέους καθώς και η συναλλαγματική αναταραχή που τροφοδοτεί η πτήση του δολαρίου.
Η χθεσινή απόφαση χαρακτηρίστηκε ήττα για τον Αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, ο οποίος άσκησε πιέσεις τις τελευταίες εβδομάδες στις χώρες της Μέσης Ανατολής προκειμένου να μην προβούν σε περικοπές της παραγωγής. Ο Μπάιντεν, που φέρεται να ανησυχεί για τις επιπτώσεις των περικοπών στις εγχώριες τιμές ενέργειας στις ΗΠΑ παραμονές των ενδιάμεσων εκλογών, χαρακτήρισε χθες την απόφαση του ΟΠΕΚ+ περιττή ενώ οι σύμβουλοί του δήλωσαν ότι ο πρόεδρος είναι «απογοητευμένος από την κοντόφθαλμη απόφαση».
