Τα «παλιά χρόνια», προ της εισόδου της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, όταν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ξεπερνούσε το 5% του ΑΕΠ, η πίεση των αγορών στο κόστος δανεισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα άρχισε να γίνεται αφόρητη.
Τότε, η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού ήταν ο βασικός μηχανισμός προσαρμογής για το υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών. Από το 2020, το ελληνικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έχει ξεπεράσει το 5% (το 2020 έφτασε στο 6,6%), η διαφορά του το επτάμηνο του 2022 σε σχέση με το 2019 είναι 4 ποσοστιαίες μονάδες, αλλά η συμμετοχή στο ενιαίο νόμισμα και οι προστατευτικές φτερούγες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποτρέπουν τα χειρότερα όσον αφορά το κόστος δανεισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Οι συνέπειες όμως υπάρχουν με τη μορφή μιας αύξησης του κόστους δανεισμού που αρχίζει πλέον να γίνεται «αισθητή»…
Η χθεσινή ανακοίνωση από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) των στοιχείων του ισοζυγίου πληρωμών για το εξάμηνο Ιανουαρίου – Ιουνίου 2022 αποκαλύπτει μάλιστα την εμπέδωση της αρνητικής δυναμικής όσον αφορά το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Παρά την πολύ καλή χρονιά του τουρισμού, που βελτιώνει σημαντικά τη συνιστώσα του ισοζυγίου των υπηρεσιών, το έλλειμμα του ισοζυγίου ως ποσοστό του ΑΕΠ αποκλιμακώνεται ελάχιστα, παραμένοντας σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Καθόλου τυχαία, το εξωτερικό χρέος της χώρας, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, συνεχίζει να αυξάνεται στο ιλιγγιώδες ποσόν των 565 δισ. ευρώ (αφού το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πρέπει να καλυφθεί με εξωτερική χρηματοδότηση) κατά σχεδόν 50 δισ. ευρώ κάθε χρόνο!
Το 2019, μια πολύ καλή χρονιά του τουρισμού, το πολύ θετικό ισοζύγιο της συνιστώσας των υπηρεσιών μείωσε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο 1,5% του ΑΕΠ. Το 2022, παρά τις εφάμιλλες -αν όχι και καλύτερες- επιδόσεις του τουρισμού και παρά την πληθωριστική μεγάλη αύξηση του παρονομαστή (του ΑΕΠ), το έλλειμμα του ισοζυγίου δύσκολα θα πέσει κάτω από το 5% του ΑΕΠ. Στο εξάμηνο του έτους βρίσκεται στο 5,5% και η δυναμική του ελλείμματος στους μη τουριστικούς μήνες είναι εξαιρετικά αρνητική.
Ενδεικτικές είναι οι αρνητικές τάσεις που παρατηρούνται σε δυο κρίσιμους τομείς: στο εμπορικό ισοζύγιο και στα συναλλαγματικά αποθέματα:
■ Οσον αφορά το ισοζύγιο αγαθών, αυτό διαμορφώθηκε τον Ιούνιο σε 2.949,7 εκατ. ευρώ -σχεδόν 3 δισ. ευρώ!- ενώ τον Μάιο είχε ξεπεράσει τα 3 δισ. ευρώ (3.241,2 εκατ. ευρώ). Από τον Δεκέμβριο του 2021 «φλερτάρει» με τα 3 δισ. ευρώ.
Οι εξαγωγές έχουν σημαντική αυξητική δυναμική: από 3.483 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2021 αυξήθηκαν σε 5.330,2 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο του 2022 – αύξηση 53%! Ωστόσο, οι εισαγωγές είναι πολύ υψηλότερες και ανήλθαν τον Ιούνιο σε 8.279,9 εκατ. ευρώ.
Στο εμπορικό έλλειμμα παίζουν ρόλο δύο παράγοντες: ο εισαγόμενος πληθωρισμός (για καύσιμα και τρόφιμα), αλλά και οι αυξημένες ανάγκες σε εισαγωγή κεφαλαιουχικού εξοπλισμού (που είναι επίσης πληθωρισμένος, αν και όχι όσο τα καύσιμα) λόγω των επενδύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.
■ Οσον αφορά τα συναλλαγματικά αποθέματα, αυτά μειώνονταν διαρκώς στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου (συνολική μείωση 2.475,4 εκατ. ευρώ), για να αυξηθούν ελάχιστα τον Ιούνιο κατά 52,6 εκατ. ευρώ. Είναι ένας ακόμη δείκτης του προβλήματος χρηματοδότησης που αρχίζει να απειλεί την ελληνική οικονομία.
Στον τομέα των επενδύσεων, η δυναμική των Αμεσων Επενδύσεων δεν συμβαδίζει με τις κυβερνητικές θριαμβολογίες, καθώς είχαν αρνητικό ισοζύγιο σε όλη τη διάρκεια του εξαμήνου, που ανήλθε τον Ιούνιο σε -757,4 εκατ. ευρώ.
Οσο για τις Επενδύσεις Χαρτοφυλακίου, αυτές από 5.279,5 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2021 μειώθηκαν σε 1.852,3 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο του 2022, παραμένοντας σε χαμηλές «πτήσεις» όλο το πρώτο εξάμηνο (μεσοσταθμικά, περί το 1 δισ. μηνιαία).
Τα σημάδια του προβλήματος εξωτερικής χρηματοδότησης είναι ήδη εμφανή και αν κάτι «πάει στραβά» με τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, που είναι ο απόλυτος δείκτης στο ζήτημα της εξωτερικής χρηματοδότησης, το πρόβλημα μπορεί να γίνει οξύ…
