Αναθεωρούν προς τα κάτω τις προβλέψεις για ανάπτυξη οι διευθύνοντες σύμβουλοι των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, διατηρώντας ωστόσο, άλλοι περισσότεροι άλλοι λιγότερο, την αισιοδοξία τους, καθώς εκτιμούν ότι η ελληνική οικονομία θα ξεπεράσει, χωρίς μεγάλες αναταράξεις, τη νέα κρίση, λόγω πολέμου στην Ουκρανία, εκτόξευσης του ενεργειακού κόστους και πληθωρισμού.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, όπως διατυπώθηκαν στο Money Review Banking Summit, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα διαμορφωθούν μεταξύ 2,5%-4%, καθώς οι καλές επιδόσεις του 2021 έδωσαν ισχυρή δυναμική που θα διατηρηθεί, ενώ οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, οι συσσωρευμένες καταθέσεις και η πορεία του τουρισμού, που προδιαγράφεται πολύ καλή για φέτος, δημιουργούν ισχυρό ανάχωμα.
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας, Παύλο Μυλωνά, «προφανώς και θα θέλαμε μεγαλύτερη ανάπτυξη, ωστόσο δεν είναι… καταστροφή», καθώς αναμένεται ότι το ΑΕΠ θα ανακτήσει σύντομα την προηγούμενη δυναμική του και τελικά σε σωρευτική βάση για την επόμενη τριετία να μη διαφέρει πολύ από τις αρχικές εκτιμήσεις.
«Η ενεργειακή κρίση που προέκυψε είναι πράγματι μεγάλης κλίμακας και μακρύτερης διάρκειας από όσο αρχικά υπολογιζόταν, αλλά δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Εκτιμώ ότι τούτο κρατά την Ελλάδα μέσα στον στόχο της επενδυτικής βαθμίδας, αμέσως μετά την υποχώρηση της αβεβαιότητας στο διεθνές περιβάλλον», σημείωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Αlpha Bank, Βασίλης Ψάλτης.
Η Τράπεζα Πειραιώς εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στην Ελλάδα, κατά μέσο όρο, στο 6,5% έναντι 4% πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η άνοδος του πληθωρισμού, πάντως, όπως επισήμανε ο διευθύνων σύμβουλος Χρήστος Μεγάλου, θα έχει θετική επίδραση στο χρέος, το οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της τράπεζας, θα αποκλιμακωθεί στο 177% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022.
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Εurobank, Φωκίωνα Καραβία, οι εξελίξεις υπονομεύουν το θετικό αφήγημα και επηρεάζουν δυσμενώς την ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της. Ειδικά, η ελληνική οικονομία επιβαρύνεται περισσότερο, καθώς χαρακτηρίζεται από την προϊστορία των δίδυμων ελλειμμάτων, το υψηλότερο δημόσιο χρέος και τα χειρότερα δημογραφικά στοιχεία.
«Ωστόσο, να μην ξεχνάμε τα ειδικά χαρακτηριστικά του χρέους μας, δηλαδή τη διακράτησή του από ευρωπαϊκούς θεσμικούς οργανισμούς, τη μεγάλη διάρκειά του, αλλά και το μαξιλάρι ρευστότητας της τάξης των 40 δισεκατομμυρίων ευρώ», υπογράμμισε ο Φ. Καραβίας που χαρακτήρισε την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας εθνικό στόχο.
Πάντως, η νέα κρίση βρίσκει τις τράπεζες χωρίς τον βραχνά των «κόκκινων» δανείων, κυρίως λόγω του προγράμματος «Ηρακλής». Ο Π. Μυλωνάς ανέφερε χαρακτηριστικά: «Φάγαμε τον γάιδαρο και τώρα μας μένει η ουρά». Εκτίμησε μάλιστα ότι με ανάπτυξη 2,5%-3%, δύσκολα θα προκύψει σημαντικός αριθμός νέων καθυστερήσεων σε δάνεια.
