«Ο κίνδυνος της “εισαγόμενης ακρίβειας” βλάπτει σοβαρά αγορά και καταναλωτές, ενώ απαιτεί τη συγκρότηση κοινού μετώπου από παραγωγούς, εμπόρους και κυβέρνηση για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά», τόνισε ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά (ΕΒΕΠ) Βασίλης Κορκίδης.
Επισήμανε ότι οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών, που αναπόφευκτα πέρασαν και το κατώφλι της ελληνικής αγοράς, προβληματίζουν παραγωγούς, εισαγωγείς και εμπόρους, ενώ έκανε γνωστό ότι η αυξητική τάση αναμένεται να ενταθεί το επόμενο διάστημα, καθώς έχουν δρομολογηθεί σημαντικές ανατιμήσεις που ήδη αποτυπώνονται στα ράφια, πλήττοντας τους καταναλωτές. Οι ανατιμήσεις, όπως εξήγησε, πηγάζουν κυρίως από το κόστος των πρώτων υλών, λόγω της μειωμένης αποδοτικότητας στις μεγάλες παραγωγούς χώρες, την αύξηση της ζήτησης από την Ασία και τη συρρίκνωση των αποθεμάτων παγκοσμίως, ενώ σημαντικός παράγοντας είναι και η ετήσια αύξηση των ναύλων μεταφοράς κοντέινερ από 350% έως και 485%.
Ο Β. Κορκίδης ανέφερε ότι τα λοκντάουν στα λιμάνια δημιούργησαν κύμα ελλείψεων και ανατιμήσεων στην παγκόσμια αγορά, από πρώτες ύλες μέχρι προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ τα προβλήματα στην παραγωγή και η μεγάλη αύξηση στα ναυτιλιακά κόστη λόγω της πανδημίας έχουν, επίσης, προκαλέσει τεράστιες στρεβλώσεις στις μεταφορές, στις πωλήσεις και στις τιμές προϊόντων, ειδικά από την Ασία προς την Ευρώπη. Το «σύνδρομο της Κίνας» στην παγκόσμια οικονομία ίσως χρειαστεί ένα με δυο χρόνια να ξεπεραστεί, μέχρι η προσφορά να καλύψει πλήρως τη ζήτηση.
Τέλος σημείωσε ότι ο επιχειρηματικός κόσμος προτείνει πως μια αποκλιμάκωση της έμμεσης φορολογίας θα μπορούσε να δώσει λύση στο πρόβλημα. Η μείωση του ΦΠΑ στο 6% σε περισσότερα βασικά αγαθά θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκράτηση των τιμών, οδηγώντας παράλληλα σε τόνωση της ζήτησης και, κατ’ επέκταση, σε ενδυνάμωση των δημόσιων εσόδων.
