ΟΠΕΚ, σύμμαχοι και άλλες πετρελαιοπαραγωγοί χώρες ήρθαν χθες το βράδυ σε τελική συμφωνία για μείωση της παραγωγής τους κατά 9,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σε μια προσπάθεια να οδηγήσουν τις τιμές σε ανάκαμψη. Η απόφαση ελήφθη ύστερα από έκτακτη τηλεδιάσκεψη των πετρελαϊκών χωρών στην οποία κάμφθηκε το τελευταίο μεγάλο εμπόδιο του Μεξικού, στο οποίο επετράπη τελικά να μειώσει την παραγωγή του όσο ήθελε, δηλαδή κατά 100 χιλιάδες βαρέλια ημερησίως.
Την προηγούμενη Παρασκευή οι υπουργοί Ενέργειας των 20 πιο ισχυρών οικονομιών του κόσμου (G20) συμφώνησαν στην ανάγκη σταθεροποίησης της αγοράς, απέφυγαν όμως να συζητήσουν ακριβή μεγέθη των περικοπών. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τη στάση του Μεξικού, την ασάφεια της αμερικανικής πλευράς, αλλά και τα όσα έχουν προηγηθεί μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ρωσίας προκάλεσαν αβεβαιότητα. Στο κοινό ανακοινωθέν που δόθηκε μετά την έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών του G20, η αοριστολογία κυριάρχησε.
Οι υπουργοί δεσμεύτηκαν έτσι «σε συνεργασία για την ανάπτυξη συνεργατικών πολιτικών» με στόχο τη διασφάλιση των αγορών ενέργειας, ενώ αναγνώρισαν τη «σημασία της διεθνούς συνεργασίας για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας των ενεργειακών συστημάτων». Επί της ουσίας όμως η μόνη σημαντική απόφαση που έλαβαν ήταν η δημιουργία μιας αρχής που θα ελέγξει τις περικοπές της παραγωγής από τις πετρελαϊκές χώρες.
Μία ημέρα νωρίτερα, μετά από μαραθώνια τηλεδιάσκεψη που κράτησε περισσότερες από 9 ώρες, οι χώρες-μέλη του OPEC+ είχαν συμφωνήσει μείωση της ημερήσιας παραγωγής τους κατά 10 εκατομμύρια βαρέλια για τους επόμενους 2 μήνες, δηλαδή από την 1η Μαΐου έως τις 30 Ιουνίου.
Με τις περικοπές αυτές -που ισοδυναμούν με το 10% της παγκόσμιας προσφοράς και είναι μακράν οι μεγαλύτερες που έχουν συμφωνηθεί ποτέ στο πλαίσιο του OPEC+- διαφώνησε όμως το Μεξικό. Το μερίδιο του τελευταίου στις περικοπές αντιστοιχούσε στα 400.000 βαρέλια ημερησίως. Ομως ο υπουργός Ενέργειας Ρόχιο Νάχλε διεμήνυσε ότι η χώρα του μπορεί να περικόψει την παραγωγή της μόνο κατά 100.000 βαρέλια ημερησίως.
Μπροστά στον κίνδυνο να καταρρεύσει η συμφωνία, έβαλε πλάτη ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος διεμήνυσε την Παρασκευή ότι μετά από συμφωνία με τον Μεξικανό πρόεδρο Αντρές Μανουέλ Ομπραντόρ, οι ΗΠΑ θα μειώσουν περισσότερο την παραγωγή τους καλύπτοντας και τις περικοπές που αντιστοιχούν στο Μεξικό.
Ο Τραμπ δεν εξήγησε πώς θα εφαρμοστούν αυτές οι περικοπές. Μίλησε για… τις δυνάμεις της αγοράς που θα περιορίσουν φυσιολογικά την παραγωγή, ενώ φρόντισε να ενημερώσει ότι το Μεξικό θα ανταποδώσει αργότερα στις ΗΠΑ. Επίσης ο Αμερικανός πρόεδρος απέφυγε για ακόμη μια φορά να μιλήσει για το ακριβές ύψος των περικοπών στις οποίες θα προβεί η χώρα του.
Σύμφωνα πάντως με το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας, ώς το τέλος του έτους θα έχουν αποσυρθεί από την ημερήσια παραγωγή της υπερδύναμης περί τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως (ενδεχομένως και τρία). Ας σημειωθεί ότι στην τηλεδιάσκεψη της Πέμπτης οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες συμφώνησαν ακόμη, τους επόμενους 6 μήνες, δηλαδή από την 1η Ιουλίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020, να υπάρξει περικοπή 8 εκατ. βαρελιών ημερησίως, ενώ στη συνέχεια και για μια περίοδο 16 μηνών έως τις 30 Απριλίου 2022 οι περικοπές να ανέλθουν στα 6 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Οι περικοπές αυτές, αν και αποτελούν ρεκόρ, ενδεχομένως να μη φτάνουν για την ανάκαμψη των τιμών σε μια αγορά που ήδη ξεχειλίζει από αργό πετρέλαιο. «Μια μείωση της παραγωγής κατά 10 εκατ. βαρέλια δεν είναι αρκετή για να ισοσκελίσει το πλεόνασμα των 15-20 εκατ. βαρελιών ημερησίως που υπάρχει σήμερα στην αγορά, η συμφωνία δεν φτάνει για να παράσχει μια βιώσιμη στήριξη στις πετρελαϊκές τιμές, εκτός και αν ο ΟΠΕΚ προβεί σε νέες περικοπές», υποστηρίζει ενδεικτικά ο Κρις Μιντζέλι, επικεφαλής αναλύσεων της S&P Global Platts.
Την εκτίμησή του φάνηκε να ασπάζεται και η αγορά. Στην τελευταία συνεδρίαση της προηγούμενης εβδομάδας, η τιμή του μπρεντ υποχώρησε 4,14%, στα 31,48 δολάρια ανά βαρέλι. Νωρίτερα και εν μέσω προσδοκιών για ακόμη μεγαλύτερες περικοπές στην παραγωγή από τον OPEC+, είχε χτυπήσει τα 36,40 δολάρια. Η τιμή του αμερικανικού αργού υποχώρησε ακόμη περισσότερο 9,29% ή 2,33 δολάρια, στα 22,76 δολάρια το βαρέλι.
