ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πορεία των μακροοικονομικών δεικτών και των δεικτών της αγοράς εργασίας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019 επιβεβαιώνει τη θετική αναπτυξιακή τροχιά στην οποία έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία.

Το ΕΝΑ επισημαίνει ότι, πέρα από τις αβεβαιότητες που εγκυμονεί το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, οι ανατροπές στις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων χρόνων που προωθεί η νέα κυβέρνηση μπορεί να θέσουν σε αμφισβήτηση το ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον και την αναπτυξιακή τροχιά στην οποία έχει μπει η ελληνική οικονομία από την αρχή του έτους.

Η «Εφ.Συν.» δημοσιεύει εκτενές μέρος του Δελτίου του ΕΝΑ, που ολόκληρο είναι διαθέσιμο στον σύνδεσμο: www.enainstitute.org

Η πορεία των μακροοικονομικών δεικτών και των δεικτών της αγοράς εργασίας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019 επιβεβαιώνει τη θετική αναπτυξιακή τροχιά στην οποία έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία. Το ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον από τις αρχές του 2019 συνοψίζεται στον θετικό ρυθμό μεγέθυνση, στην επίτευξη του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης του χρέους, στην αύξηση της απασχόλησης και τον σταθερό ρυθμό μείωσης της ανεργίας, στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, στην αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, στη σταθεροποίηση του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής και στην αύξηση των καταθέσεων.

Οι επιδόσεις αυτές ανάγονται στις πολιτικές και τις μεταρρυθμίσεις που ασκήθηκαν τα τελευταία έτη και στη θετική επίδρασή τους, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο «carry over effect» το οποίο επεκτείνεται μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου μέχρι και σήμερα. Η ένταση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας των τελευταίων ετών επιβεβαιώνεται από τις ιδιαίτερα υψηλές θετικές επιδόσεις που σημείωσε η Ελλάδα την περίοδο 2015-2019 με βάση τον δείκτη ανταπόκρισης σε μεταρρυθμίσεις του ΟΟΣΑ (Reform responsiveness, Going for Growth 2019). Παράλληλα με τη θετική πορεία των «σκληρών δεδομένων», η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των λίγων χωρών που προχώρησαν σε μια ουσιαστική προώθηση των αρχών της βιωσιμότητας και της ευημερίας και σε μια εκτεταμένη ενσωμάτωση των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) στην Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική.

Οι ανατροπές

Οι νέες κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής, όπως αυτές αποτυπώνονται στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2020 και του πρόσφατου νόμου «Επενδύω στην Ελλάδα» (ν.4635/2019) προκαλούν τρεις βασικές ανατροπές:

1 Ανιση κατανομή φορολογικού βάρους: Οι παρεμβάσεις στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής έχουν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση του συνολικού φορολογικού βάρους (σε σύγκριση με το σενάριο βάσης του προϋπολογισμού) και την άνιση ανακατανομή του προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων και των υψηλών εισοδημάτων.

2 Ανταγωνιστικότητα στη βάση της μείωσης του κόστους εργασίας: Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και η συμπίεση των μισθών επαναφέρονται ως βασικοί μοχλοί για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

3 Κατάργηση της Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής: Η «Εθνική Στρατηγική για τη Βιώσιμη και Δίκαιη Ανάπτυξη 2030» (εθνική αναπτυξιακή στρατηγική) και οι αναπτυξιακές δημόσιες πολιτικές του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων για το 2019 εγκαταλείπονται. Τα δύο αυτά «εργαλεία» αντικαθίστανται από αποσπασματικές παρεμβάσεις που καταργούν κριτήρια και ρυθμίσεις εργασιακής, τεχνολογικής, αναπτυξιακής, περιφερειακής, περιβαλλοντικής και χωροταξικής φύσης, τόσο στο στάδιο της αδειοδότησης επιχειρήσεων και επενδύσεων όσο και σε επίπεδο παροχής κινήτρων για την υποστήριξή τους.

Η μεταρρυθμιστική οπισθοδρόμηση διαμορφώνει ένα μοντέλο «οικονομικής μεγέθυνσης μέσω υποβάθμισης» που ενσωματώνει οργανικά την υποτίμηση της εργασίας, τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες και την υποχώρηση των οριοθετήσεων περιβαλλοντικής φύσεως ως προϋποθέσεις και συντελεστές της «αναπτυξιακής» διαδικασίας.

Οι αβεβαιότητες

Οι ανατροπές και η μεταρρυθμιστική οπισθοδρόμηση δημιουργούν με τη σειρά τους τρεις σημαντικές αβεβαιότητες σε ό,τι αφορά την επίτευξη των στόχων της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής:

1 Μεγάλες προσδοκίες για αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης: Οι προσδοκίες για αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης το 2020 δεν φαίνεται να είναι συμβατές με μια σειρά από τάσεις αλλά και με τις επιπτώσεις των νέων κατευθύνσεων πολιτικής. Ο αντίστροφα προοδευτικός χαρακτήρας των πρόσφατων φορολογικών και εργασιακών ρυθμίσεων ενδέχεται να περιορίσει βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα την επέκταση της κατανάλωσης.

2 Μεγάλες προσδοκίες για αύξηση των επενδύσεων: Η εγχώρια και διεθνής εμπειρία των τελευταίων ετών φαίνεται να μην επιβεβαιώνει την ύπαρξη ισχυρής συσχέτισης μεταξύ της μείωσης της φορολογίας και της αύξησης των επενδύσεων. Ακόμη όμως και στο αναμενόμενο σενάριο αύξησης των επενδύσεων φαίνεται ότι, η αύξηση αυτή -με ποιοτικούς και ποσοτικούς όρους- δεν θα επαρκεί για την αναπτυξιακή ώθηση και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου που έχει ανάγκη η οικονομία.

3 Διεθνές οικονομικό περιβάλλον: Οι προβλέψεις και εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον (στασιμότητα του ρυθμού μεγέθυνσης της ευρωζώνης, επιβράδυνση της οικονομίας των ΗΠΑ, προστατευτισμός, επιπτώσεις άτακτου Brexit, κ.λπ.), εφόσον επαληθευτούν, ενδέχεται να έχουν αυξημένη αρνητική επίδραση στα εγχώρια μεγέθη, λόγω της μεγαλύτερης σε σύγκριση με το παρελθόν εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Ανησυχία προκαλεί η διαφαινόμενη έλλειψη προετοιμασίας για την αντιμετώπιση των αρνητικών αυτών ενδεχομένων.

Οι κίνδυνοι

Οι ρήξεις με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και η επίμονη επαναφορά μη αποτελεσματικών πολιτικών ενέχουν τρεις δυνητικούς κινδύνους:

1 Η χρηματοδότηση των γενναίων μειώσεων της φορολογίας για τις επιχειρήσεις στηρίζεται σε πηγές με σχετικά περιορισμένη εξασφαλισμένη απόδοση. Σε περίπτωση αδυναμίας επίτευξης των στόχων του προϋπολογισμού, δεν μπορεί να αποκλειστεί η αναζήτηση εναλλακτικών χρηματοδοτικών πηγών μέσω της αύξησης της φορολογίας ή/και της μείωσης δημόσιων δαπανών σε τομείς υψηλής κοινωνικής ανταποδοτικότητας (π.χ. κοινωνική προστασία, παιδεία, υγεία, κατάρτιση, υποδομές).

2 Οι ασκούμενες πολιτικές συγκεντρώνουν σημαντικές πιθανότητες να διευρύνουν τις εισοδηματικές και κοινωνικές ανισότητες εξαιτίας α) της συμπίεσης ή και μείωσης των μισθών που ενδέχεται να προκύψουν από την (επαν)απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, β) της άνισης ανακατανομής των φορολογικών βαρών και γ) των πιθανών αυξήσεων σε τιμές βασικών αγαθών και υπηρεσιών ως αποτέλεσμα επιθετικών αναδιαρθρώσεων σε αγορές μονοπωλιακής και ολιγοπωλιακής φύσης (ενέργεια, νερό, μεταφορές, κ.λπ).

3 Η -χωρίς αναπτυξιακό προσανατολισμό και κριτήρια- προώθηση των επενδύσεων, σε συνδυασμό με την επιμονή σε πρόσφατα δοκιμασμένες και αναποτελεσματικές πολιτικές απορρύθμισης των αγορών εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών, διαμορφώνουν ένα μοντέλο με σημαντικά και ορατά όρια σε βραχυπρόθεσμο και μεσομακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα. Βραχυπρόθεσμα, το μοντέλο προσκρούει στα όρια που θέτει το έλλειμμα διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αντανακλάται ήδη στην προβλεπόμενη -για το 2020- αρνητική συμβολή του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ, εξαιτίας και της εξάρτησης της χώρας σε εισαγωγές υψηλού τεχνολογικού περιεχομένου.

Μακροπρόθεσμα, η επιμονή στις εν λόγω πολιτικές συνιστά παράγοντα επιδείνωσης των διαρθρωτικών αδυναμιών του ελληνικού παραγωγικού συστήματος. Ο κίνδυνος για την οικονομία είναι ορατός και μεταφράζεται σε παγίδευσή της σε ένα ευάλωτο και εσωστρεφές αναπτυξιακό μοντέλο χαμηλού τεχνολογικού περιεχομένου, περιορισμένης έντασης γνώσης και χαμηλής διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.