Ολομέτωπη επίθεση στην κυβέρνηση επιχείρησε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ με άρθρο του που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων και έχει τον τίτλο «Διαμόρφωση κατώτατου μισθού: Ας πούμε λοιπόν την αλήθεια».
Χαρακτηρίζοντας την κυβερνητική πολιτική στην αγορά εργασίας ως έναν «ιδιόμορφο κλώνο», που όπως αναλύει «είναι οι πολιτικές των προσχημάτων και της επικοινωνιακής αποκατάστασης δικαιωμάτων», οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο του, «όμως είναι απογυμνωμένες από το περιεχόμενό τους», ο κ. Παναγόπουλος υιοθετεί τη λογική της στείρας αντιπολίτευσης.
Μάλιστα ενδύεται για τον εαυτό του και το συνδικάτο που εκπροσωπεί τον μανδύα της πάλης για τα εργασιακά δικαιώματα που χάθηκαν κατά τη διακυβέρνηση των μνημονιακών κυβερνήσεων, μη ενθυμούμενος προφανώς ότι είχε αναστείλει στο παρελθόν πορεία διαμαρτυρίας εν μέσω απεργιακής κινητοποίησης επειδή έβρεχε!
Βέβαια ποιου είδους πάλης μπορείς να κάνεις αν διαρκώς απουσιάζεις από τις πορείες, ενώ οι απεργίες που προκηρύχθηκαν (και ήταν πολλές) ουδέποτε υποστηρίχθηκαν οργανωτικά επαρκώς, ώστε να επιτύχουν τον σκοπό τους…
Για τον κ. Παναγόπουλο «η κυβέρνηση εφαρμόζει –και μάλιστα θριαμβολογώντας– το καθεστώς ρύθμισης του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου που το 2013, όταν και θεσπίστηκε, αναθεμάτιζε εμφατικά και καταψήφιζε ως αξιωματική αντιπολίτευση».
Ακραία κριτική
Μάλιστα υιοθετεί και ακραία (και εν πολλοίς σωστή) κριτική στο συγκεκριμένο καθεστώς διαμόρφωσης του κατώτατου μισθού το οποίο ψηφίστηκε τα 2013 χωρίς η ΓΣΕΕ τότε να αρθρώσει λέξη για τη συγκεκριμένη διαδικασία. Επίσης ξεχνά ότι η κυβέρνηση, από το 2015, προσπάθησε πλειστάκις, κατά τη διάρκεια των συναντήσεων με τους εκπροσώπους των δανειστών, να επαναφέρει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις για τον κατώτατο μισθό, χωρίς ουδέποτε να καταφέρει να πείσει τους πιστωτές μας.
«Η υποτίμηση της λογικής του κόσμου της εργασίας είναι συγκλονιστική: δύο κορυφαία συλλογικά δικαιώματα, οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος, απογυμνωμένα από το περιεχόμενό τους, ρίχνονται ως «λέξεις» κενές περιεχομένου για περίπου 4 μήνες σε έναν απόλυτα γραφειοκρατικό διαδικαστικό λαβύρινθο χωρίς έξοδο, με δεκάδες εκθέσεις πληθώρας φορέων να πηγαινοέρχονται από επιτροπή σε επιτροπή υπό το άγρυπνο μάτι του υπουργείου Εργασίας και του υπουργείου Οικονομικών. Κι αυτό γιατί η απόφαση στο τέλος είναι του εκάστοτε υπουργού Εργασίας και η σφραγίδα στο υπουργικό συμβούλιο», αναγράφει λοιπόν στο άρθρο του ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ.
Πάντως όσο και να ψάξαμε κατά τη διάρκεια της ψήφισης της συγκεκριμένης ρύθμισης τον Ιούλιο του 2013 δεν βρήκαμε τόσο εμπεριστατωμένη αντίδραση από την πλευρά της ΓΣΕΕ στη διαδικασία διαμόρφωσης του κατώτατου μισθού.
Εκπροσώπηση
Οσον αφορά το μείζον θέμα για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αυτό της έλλειψης εκπροσώπησής τους στο ύψος της αύξησης, αφού η διοίκηση της ΓΣΕΕ ομόφωνα αποφάσισε την αποχή της από τις διαδικασίες, ο κ. Παναγόπουλος θεωρεί ότι «η συμμετοχή μας στη διαδικασία αυτή θα δήλωνε τη συμβολή μας στον θεσμικό ενταφιασμό των μεγάλων αγώνων των εργαζομένων μέσα στην κρίση και «νομιμοποίηση» της ωμής κατάλυση του δικαιώματός μας να διαπραγματευόμαστε ελεύθερα και συλλογικά συνδιαμορφώνοντας το ύψος του βασικού μισθού –που αφορά την πλειοψηφία των εργαζομένων– στο πλαίσιο της υπογραφής της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, του κορυφαίου αυτού είδους συλλογικής σύμβασης που περιείχε τα κατώτατα όρια προστασίας της εργασίας στην Ελλάδα».
Ωστόσο μπορεί να καταφέρεται με οργή εναντίον της κυβέρνησης που ακολουθεί έναν ψηφισμένο από το 2013 νόμο (μη δυνάμενη να τον τροποποιήσει χωρίς την έγκριση των δανειστών), αλλά ο κ. Παναγόπουλος μπορεί να συναγελάζεται και να συναντάται (και μάλιστα μόλις προ 4 ημερών) για να συζητεί για τον κατώτατο μισθό με τον συντάξαντα τη συγκεκριμένη ρύθμιση, πρώην υπουργό Εργασίας, Γ. Βρούτση, που έχει αποκληθεί ο Προκρούστης των εργασιακών και των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των μισθωτών!
Αραγε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ δεν νομιμοποιεί με τις συναντήσεις αυτές όλους αυτούς που έφεραν τον κόσμο της εργασίας στο χείλος της καταστροφής;
