Για τρίτη φορά εισάγεται στο Συμβούλιο Εφετών η παραπομπή ή μη σε δίκη του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου για την υπόθεση της αποτύπωσης του αναθεωρημένου δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009.
Το Τριμελές Δικαστικό Συμβούλιο αναμένεται να συνεδριάσει τις επόμενες ημέρες, ενώ στην εισήγησή του ο αρμόδιος εισαγγελέας Εφετών προτείνει ο πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ να δικαστεί για το κακούργημα της ψευδούς βεβαιώσεως.
Ο εισαγγελέας Στέλιος Κωσταρέλος δέχεται στην πρότασή του προς το δικαστικό συμβούλιο τις καταγγελίες των πρώην μελών της Στατιστικής Αρχής, Ζωής Γεωργαντά και Νικολάου Λογοθέτη.
Κατά τους δύο καταγγέλλοντες, ο Ανδρέας Γεωργίου με δύο ακόμη συγκατηγορουμένους του, στελέχη της ΕΛΣΤΑΤ, και σε συνεννόηση με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία (Eurostat) παραποίησαν το φθινόπωρο του 2010 τα οικονομικά στοιχεία, ώστε κατά την αναθεώρηση του ελλείμματος του 2009 αυτό να εμφανιστεί διογκωμένο από 12% στο 15,4% επί του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, για την αλλοίωση των στοιχείων του χρέους χρησιμοποιήθηκε μη αποδεκτή μεθοδολογία, με σκοπό να οδηγηθεί η χώρα στην ένταξή της σε μηχανισμό δημοσιονομικής προσαρμογής.
Ο πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, μέσω του συνηγόρου του, Κωνσταντίνου Παπαδιαμάντη, διατυπώνει προβληματισμούς καθώς, όπως επισημαίνεται, ο εισαγγελικός λειτουργός δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο της Eurostat με το οποίο βεβαιώνεται ότι έχει εγκριθεί ο υπολογισμός του ελλείμματος για το 2009, αφού έγινε με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες που εφαρμόζονται απαρέγκλιτα στους υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ έως και σήμερα.
Κατά τον συνήγορο επίσης, θα έπρεπε να ληφθούν καταθέσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, που θα βεβαίωναν ότι η μεθοδολογία προσμέτρησης του επίμαχου ελλείμματος του 2009 έγινε σε τήρηση ευρωπαϊκών όρων.
Η πλευρά Γεωργίου υπογραμμίζει ότι το ύψος του ελλείμματος του 2009 είναι αποδεκτό από την παρούσα κυβέρνηση και τις προηγούμενες, καθώς με βάση αυτό έχουν ήδη υπογραφεί με τους εταίρους τρεις δανειακές συμβάσεις.
Υπενθυμίζεται ότι για την υπόθεση έχουν ήδη εκδοθεί δύο απαλλακτικά βουλεύματα τα οποία αναιρέθηκαν στη συνέχεια από το αρμόδιο ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου.
