ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τζώρτζης Ρούσσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε πλεύση αντίθετη με τις κλασικές νεοφιλελεύθερες απόψεις, των οποίων η εφαρμογή επέβαλε στην ελληνική οικονομία το «λιγότερο κοινωνικό κράτος», βρίσκεται το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής! Ούτε λίγο ούτε πολύ, θεωρεί και αναγράφει ρητώς στην έκθεσή του ότι «η στοχευμένη προστασία των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη».

Είναι προφανές ότι η διαρκής επιβολή περικοπών σ’ αυτό που λέμε κράτος πρόνοιας καθ’ όλη τη διάρκεια των μνημονιακών πολιτικών καταβαράθρωσε όχι μόνο την ελληνική οικονομία αλλά και την ελληνική κοινωνία. Για το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στον βαθμό που οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της κοινωνικής ανισότητας και του χάσματος της φτώχειας είναι αποτελεσματικές, μπορούν να ενισχύσουν και την οικονομική μεγέθυνση της χώρας μεσοπρόθεσμα.

Ετσι, όπως παρατηρεί η έκθεση, η θετική πορεία των αμοιβών ανά απασχολούμενο, σε συνδυασμό με την άνοδο της απασχόλησης, θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και θα συμβάλει στη σταδιακή ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Αυτός είναι και ο λόγος που τα πρόσφατα στοιχεία για την Ελλάδα δείχνουν αύξηση της πτωτικής πορείας του ποσοστού του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2017 (πτωτική πορεία που αχνά εμφανίστηκε από το 2015 και παρέμεινε λίγο-πολύ σταθερή από τότε) από 35,6% το 2016 σε 34,8% το 2017, παραμένοντας ωστόσο σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης!

Εντονη κριτική σε ΔΝΤ

Σημαντικά ερωτήματα για την έκθεση στο πλαίσιο του άρθρου 4 και την ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, που δημοσιοποίησε πρόσφατα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκφράζει η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Τονίζει ότι οι προβλέψεις του Ταμείου για την περίοδο έως το 2060 χαρακτηρίζονται από υψηλή αβεβαιότητα και δεν λαμβάνουν υπόψη τους το ενδεχόμενο μελλοντικής αλλαγής της πολιτικής, ούτε τη δέσμευση των Ευρωπαίων για περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους μετά το 2032.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού υπογραμμίζει την ασάφεια που υπάρχει στις υποθέσεις του Ταμείου για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και την έλλειψη ποσοτικοποίησης των επιπτώσεων που έχουν οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου 2010-18, όπως π.χ. το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων ή η αντιμετώπιση των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών. Εκτός αυτών το ΔΝΤ όμως δεν περιγράφει ούτε τις επιπτώσεις που θα έχουν οι μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί και θα γίνουν από εδώ και στο εξής.

Το Γραφείο παρατηρεί ακόμη ότι οι συστάσεις του ΔΝΤ για τη δημοσιονομική πολιτική εξαντλούνται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο στην εφαρμογή της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις από το 2019 και τη μείωση του αφορολογήτου το 2020, ενώ υπάρχουν ελάχιστες αναφορές σε άλλες μεταρρυθμίσεις, όπως η δημοσιονομική διαχείριση, η φορολογική συμμόρφωση και η είσπραξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Οσον αφορά την ανάλυση βιωσιμότητας διαπιστώνει και εδώ ασάφεια στις υποθέσεις του ΔΝΤ. Για παράδειγμα, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί η εκτίμηση για το κόστος αναχρηματοδότησης του χρέους ενώ φτάνει, σύμφωνα με το Ταμείο, στο υψηλότερο σημείο το 2023 (5,8%) και αποκλιμακώνεται σε 5,1% το 2050 δεν αποκλιμακώνεται περαιτέρω το 2060 αλλά αντίθετα αυξάνεται σε 5,2%. Το Γραφείο υπογραμμίζει, τέλος, τις σημαντικές διαφορές που υπάρχουν στα εναλλακτικά σενάρια του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Σημειώνει ότι σε μια ανάλυση που φτάνει έως το 2060 υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες και θεωρεί ότι τα περίπου 20 χρόνια βιωσιμότητας (ώς το 2038), που λέει το βασικό σενάριο του ΔΝΤ, είναι μια μάλλον καθησυχαστική διαπίστωση, δεδομένων των σαφώς δυσμενέστερων υποθέσεων του Ταμείου σε σχέση με αυτές της Κομισιόν αλλά και των ενστάσεων για την αξιοπιστία τόσο μακροχρόνιων προβλέψεων.

«Φρένο» στην αναστολή της μείωσης των συντάξεων

Θολώνει την προσπάθεια της κυβέρνησης να επιτύχει την αναστολή της μείωσης των συντάξεων το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, καθώς εμφανίζει οριακά βελτιωμένο το αποτέλεσμα του ασφαλιστικού συστήματος για το 2018. Για τους συντάκτες της έκθεσης καθίσταται σαφές ότι είναι μόλις 22 εκατ. ευρώ το ποσό που αποτελεί το βελτιωμένο αποτέλεσμα σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.

Ετσι, καθίσταται σαφές από τα στοιχεία που παρατίθενται ότι η τρύπα που επιδιώκεται να καλυφθεί με τις θεσμοθετημένες μειώσεις στις συντάξεις (έως 18% επί της προσωπικής διαφοράς για όλες τις καταβαλλόμενες συντάξεις από 1-1-2019) δεν καλύπτεται από τα αποτελέσματα της ελληνικής αγοράς εργασίας (αύξηση εσόδων μέσω προσλήψεων και άρα καταβολής ασφαλιστικών εισφορών).

Σύμφωνα λοιπόν με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, τα έσοδα είναι αυξημένα κατά 608 εκατ. ευρώ και οι δαπάνες αυξημένες κατά 586 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, αυτό που προξενεί εντύπωση είναι η συνεχιζόμενη μείωση της συμβολής του κράτους στην κοινωνική ασφάλιση. Μπορεί τα έσοδα από εισφορές και ρυθμίσεις οφειλών να εμφανίζονται βελτιωμένα κατά 509 εκατ. ευρώ, ωστόσο οι μεταβιβάσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό είναι μειωμένες κατά 310 εκατ. ευρώ.

Πάντως, όπως φαίνεται, η ελληνική κυβέρνηση έχει ταχθεί στο πλευρό των πληγέντων από την κρίση που επέφεραν τα μνημόνια καθώς οι αποδόσεις προς τρίτους εμφανίζονται αυξημένες κατά 574 εκατ. ευρώ και οι λοιπές δαπάνες αυξημένες κατά 33 εκατ. ευρώ.