ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Μάριος Χριστοδούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεμένη στο άρμα της λιτότητας, υπό το βάρος των νέων πλεονασμάτων που κλιμακώνονται έως το 5,19% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, θα παραμείνει η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, με την κυβέρνηση να «βλέπει» περιθώρια για παροχές που μπορούν να φτάνουν ακόμη και τα 3,6 δισ. ευρώ.

Το «πουγκί» άνοιξε χθες ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης, ο οποίος ενημερώνοντας την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ προανήγγειλε ότι όλο το υπερπλεόνασμα του 2019 θα δοθεί για φοροελαφρύνσεις, ενώ έπεται και συνέχεια.

Το 75% του υπερπλεονάσματος του 2020 θα κατευθυνθεί για τον ίδιο σκοπό και το υπόλοιπο 25% σε κοινωνικές παροχές και από το 2021 η αναλογία αυτή θα είναι 50%-50%.

Εκτίμηση

Οι επιτελείς στην πλατεία Συντάγματος εκτιμούν ότι με τα εν λόγω «αντίμετρα» θα καλυφθούν έως έναν βαθμό οι απώλειες στα εισοδήματα των νοικοκυριών από τα μέτρα που έχουν νομοθετηθεί και τις περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο, τα οποία συνδυαστικά με τη νέα περιστολή των κρατικών δαπανών μπορούν να οδηγήσουν σε υπερπλεονάσματα.

Αυτά υπό την προϋπόθεση ότι οι επενδύσεις θα σημειώσουν άνοδο κατά 11% την επόμενη διετία και θα παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, ενώ ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης την ερχόμενη τετραετία θα φτάσει το 2,16%.

Η νέα φορολογική σοδειά που θα παραχθεί εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 4,8 δισ. ευρώ, ενώ συμβολή σε αυτή θα έχει και ο ΕΝΦΙΑ με την εφάπαξ αναθεώρηση των αντικειμενικών τιμών που θα επηρεάσουν τα «ραβασάκια» του ενιαίου φόρου οδηγώντας σε αύξηση του λογαριασμού για 1 εκατομμύριο ιδιοκτήτες.

Οι νέες επιβαρύνσεις θα ξεκινούν από τα 20 ευρώ και θα ανεβαίνουν ανάλογα με την περιοχή του ακινήτου, «χτυπώντας», μεταξύ άλλων, λαϊκές κατοικίες αλλά και τουριστικές περιοχές.

Τα συνολικά έσοδα του κράτους υπολογίζονται ότι θα φτάσουν τα 91,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2022. Πρόκειται για προβλέψεις αισιόδοξες έως υπεραισιόδοξες, όπως επισημαίνει το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, που αποκάλυψε χθες το περιεχόμενο του νέου Μεσοπρόθεσμου δίνοντας στη δημοσιότητα την έκθεση αξιολόγησής του.

Με το νέο Μεσοπρόθεσμο η κυβέρνηση στοχεύει σε πλεονάσματα τα οποία θα υπερκαλύψουν ακόμη και τους στόχους της δανειακής σύμβασης οι οποίοι είναι «κλειδωμένοι» στο 3,5% του ΑΕΠ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Πιο συγκεκριμένα θα φτάσουν το 3,56% το 2018, το 3,96% το 2019,το 4,15% το 2020, το 4,53% το 2021 και το 5,19% το 2022.

Ετσι, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο υπολόγισε ότι δημιουργείται δημοσιονομικός χώρος μόλις 111 εκατ. ευρώ φέτος, ο οποίος το 2019 που είναι εκλογική χρονιά αυξάνει στα 866 εκατ. ευρώ για να καταλήξει στο μεγάλο ποσό των 3,582 δισ. ευρώ στο τέλος του 2022.

Ειδικότερα οι προβλέψεις της κυβέρνησης μέσα από το νέο Μεσοπρόθεσμο έχουν ως εξής:

● Πρωτογενές πλεόνασμα: Από 3,56% του ΑΕΠ φέτος, θα ακολουθεί διαρκώς ανοδική πορεία στο 3,96% του ΑΕΠ το 2019, σε 4,1% το 2020, 4,53% το 2021 και 5,19% του ΑΕΠ το 2020.

Στη διάρκεια της πενταετίας, οι δεσμεύσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο ορίζουν στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ.

● Δημοσιονομικός χώρος: Φέτος τα περιθώρια είναι «στενά», ξεκινούν με 111 εκατ. ευρώ, το 2019 αυξάνουν στα 866 εκατ. ευρώ, ανεβαίνουν σε 1,287 δισ. ευρώ το 2020 και στα 2,112 δισ. ευρώ το 2021, για να «τερματίσουν» στα 3,582 δισ. ευρώ το 2022.

● Ανάπτυξη: Εκτίμηση για μέση ανάπτυξη 2,16% στην περίοδο 2018-2022. Φέτος, ο πήχης χαμηλώνει σε 2%, έναντι αρχικής πρόβλεψης για 2,5%, το 2019 ενισχύεται σε 2,4%, το 2020 διαμορφώνεται σε 2,3%, το 2021 σε 2,1% και το 2022 σε 1,8%.

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο χτυπά καμπανάκι για τους κινδύνους που ελλοχεύουν: Ιταλία, Ισπανία, γεωπολιτικές αναταράξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, τιμές ενέργειας κ.ά.

● Επενδύσεις: Αποτελούν την κινητήρια δύναμη για την αύξηση του ΑΕΠ. Η άνοδος των επενδύσεων το 2018 και το 2019 θα ξεπεράσει το 11%, ενώ σε υψηλά επίπεδα αναμένεται να διατηρηθούν και τα υπόλοιπα χρόνια του προγράμματος (μέσα επίπεδα ετήσιας αύξησης, περίπου 8,7% μεταξύ 2018 και 2022).

Με δεδομένο ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα παραμείνει σχεδόν σταθερό καθ’ όλη την περίοδο 2018-2022, το βάρος για την επίτευξη των στόχων πέφτει εξ ολοκλήρου στον ιδιωτικό τομέα.

● Δημόσια έσοδα: Αυξάνουν κατά 4,77 δισ. ευρώ στα 91,6 δισ. ώς το 2002 από 86,8 δισ. το 2018. Η μέση άνοδος των εισπράξεων από τους άμεσους φόρους είναι 3,9%, για το διάστημα 2018-2022 και 1,3% για τους έμμεσους.

Σύμφωνα με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, οι καλές επιδόσεις των τελευταίων ετών στα έσοδα θα μπορούσαν να διατηρηθούν, υπό προϋποθέσεις, και κατά τα επόμενα έτη.

Οι κυριότεροι λόγοι στους οποίους εδράζεται η εκτίμηση αυτή είναι:

◼ Ο μόνιμος χαρακτήρας της πλειονότητας των μέτρων που ελήφθησαν τα τελευταία χρόνια

◼ Η βελτίωση της φορολογικής διοίκησης

◼ Η επέκταση ηλεκτρονικών συναλλαγών/πληρωμών και

◼ Η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας με παράλληλη τόνωση της απασχόλησης.

● Δαπάνες: Προβλέπεται η συγκράτησή τους στα επίπεδα των 86-87,5 δισ. ευρώ. «Είναι γεγονός ότι οι δημόσιες δαπάνες τα τελευταία έτη, στο πλαίσιο του προγράμματος προσαρμογής, έχουν καταστεί μέγεθος σχεδόν πλήρως ελέγξιμο για την εκάστοτε κυβέρνηση. Συνεπώς, ο στόχος για συγκράτηση των δαπανών στα επίπεδα που προβλέπει το σενάριο του Μεσοπρόθεσμου μπορεί να θεωρηθεί επιτεύξιμος», τονίζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

● Ανεργία: Προβλέπεται μείωση του δείκτη της ανεργίας από 19,9% φέτος στο 18,2% το 2019, 16,6% το 2020, 15,5% το 2021 και 14,3% το 2022.