Την ανάγκη αλλαγής του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής επαναλαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμώντας στο 1,6% τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης το 2017, ενώ διαβλέπει ευοίωνες μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού.
Η «Επισκόπηση του Ελληνικού Τραπεζικού Συστήματος», που δόθηκε στη δημοσιότητα χθες, έδωσε την ευκαιρία στην ΤτΕ να ζητήσει εκ νέου τη μείωση των φορολογικών συντελεστών μέσω της πάταξης της φοροδιαφυγής και ανακατανομής και περιορισμού των δαπανών.
Εκτιμά ωστόσο ότι μεσοπρόθεσμα οι δημοσιονομικοί στόχοι θα υπερκαλυφθούν χωρίς τη λήψη περαιτέρω μέτρων.
Ειδικότερα στην επισκόπηση αναφέρεται: «Θα πρέπει να γίνει ανακατανομή των δαπανών σε τομείς που θα έχουν σημαντικότερη αναπτυξιακή επίδραση, ενώ θα πρέπει να αλλάξει και ο φοροκεντρικός χαρακτήρας της δημοσιονομικής πολιτικής μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και της συγκράτησης των δαπανών. Τα ψηφισθέντα μέτρα κοινωνικής στήριξης, η μείωση του κατώτατου φορολογικού συντελεστή του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, ο αναπροσδιορισμός (μειωτικά) των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα νομικά πρόσωπα, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, και η μείωση του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση».
Για τα πρωτογενή πλεονάσματα τονίζεται ότι ο στόχος (3,5% ώς το 2022) κρίνεται πολύ υψηλός για να είναι διατηρήσιμος σε βάθος χρόνου και απαιτεί προσπάθεια που αποτελεί ανασχετικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης.
«Ο επαναπροσδιορισμός του δημοσιονομικού στόχου σε πρωτογενές πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ αποτελεί μια περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση της απαραίτητης δημοσιονομικής προσαρμογής» υπογραμμίζεται από την ΤτΕ.
