Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα «κόκκινα» δάνεια συνεχίζουν να αποτελούν τον μεγάλο πονοκέφαλο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την οικονομία γενικότερα και παρά τις σταθεροποιητικές τάσεις αυξήθηκαν λόγω της αβεβαιότητας στο α’ τρίμηνο του 2017 από τις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.

Στην Επισκόπηση του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος η Τράπεζα της Ελλάδος, πέραν της ανάλυσης του προβληματικού δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών (μη εξυπηρετούμενα δάνεια/ανοίγματα), καταδεικνύει σε ειδικό κεφάλαιο τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στη διαχείριση του προβλήματος λόγω των αργών ρυθμών της Δικαιοσύνης.

Ο χρόνος εκκαθάρισης ενός μη εξυπηρετούμενου δανείου, σύμφωνα με την ΤτΕ, διαμορφώνεται στα 3,5 χρόνια -μπορεί όμως να ξεπεράσει και τα 5- όταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση ο μέσος όρος είναι 2 χρόνια.

Χρειάζεται επιτάχυνση

Η ΤτΕ επισημαίνει ότι πρέπει να επιταχυνθούν οι δικαστικές διαδικασίες ώστε να αντιμετωπιστούν με πιο ομαλό τρόπο τα καταγγελθέντα δάνεια που βρίσκονται σε καθεστώς νομικής προστασίας (κυρίως λόγω υπαγωγής στον νόμο Κατσέλη) και τα οποία στο τέλος του 2016 είχαν ανέλθει σε 48 δισ. ευρώ.

Οπως σημειώνεται, τυχόν επιτάχυνση των διαδικασιών κατά τρία χρόνια θα μπορούσε να αυξήσει την ανακτήσιμη αξία τους κατά 7 δισ. ευρώ.

Με δεδομένο ότι ο συνολικός στόχος μείωσης των «κόκκινων» δανείων στην τριετία έχει καθοριστεί στα 40 δισ. ευρώ, γίνεται σαφές ότι η επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών είναι καθοριστικής σημασίας καθώς θα μπορούσε να διευκολύνει τη διαχείριση και να δώσει λύση για το 1/5 του στόχου.

Η ΤτΕ στην ανάλυσή της καταδεικνύει ότι οι καθυστερήσεις των δικαστικών διαδικασιών απομειώνουν την αξία των εξασφαλίσεων (από 50% – 73% με βάση τρία σενάρια) και τον εσωτερικό βαθμό απόδοσης, δηλαδή το δυνητικό κέρδος των επενδυτών που ενδιαφέρονται να δραστηριοποιηθούν στην αγορά διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

«Η ταχύτερη δικαστική εκκαθάριση της αφερεγγυότητας και πιο ειδικά της διαδικασίας ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων από τις τράπεζες δύναται να βελτιώσει σημαντικά την αξία των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (Δεκέμβριος 2016: 106,3 δισ. ευρώ), διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό την πιο ενεργητική διαχείρισή τους στο πλαίσιο της λειτουργίας μιας αποτελεσματικής δευτερογενούς αγοράς» αναφέρεται στην έκθεση.

Σημειώνεται ότι το ύψος των ανοιγμάτων που βρίσκονται σε καθεστώς νομικής προστασίας (legal protection) και πρακτικά εκκρεμεί η δικαστική τους επίλυση είναι 15,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2016, δηλαδή 14,6% των συνολικών υφιστάμενων Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων, ποσό το οποίο παραμένει σταθερό και στο α’ τρίμηνο του 2017. Στα θετικά της Επισκόπησης η εκτίμηση της ΤτΕ ότι το 2017 θα αυξηθούν οι καταθέσεις, παρά τη μείωση που υπήρξε το πρώτο τρίμηνο του έτους.

Η αύξηση των καταθέσεων θα αντανακλά την πεποίθηση της αγοράς για την εκπλήρωση της βελτίωσης των μακροοικονομικών προοπτικών, ενώ σημαντικό ρόλο θα παίξει ο ρυθμός επανατοποθέτησης των αποθησαυρισμένων τραπεζογραμματίων τα οποία βρίσκονται εκτός του τραπεζικού συστήματος, που συνδέεται με την εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης στις αγορές, εκτιμά η ΤτΕ.