Mετά την ψήφιση της τροπολογίας που αφορά την εισαγωγή του δείκτη τιμών καταναλωτή ως τον αλγόριθμο με βάση τον οποίο θα υπολογίζονται οι συντάξεις μετά τον νόμο Κατρούγκαλου και την έκδοση της απαραίτητης εγκυκλίου, μπορούν να ξεκινήσουν να εκδίδονται συντάξεις των οποίων οι σχετικές αιτήσεις κατατέθηκαν μετά τη 13η Μαΐου 2016 (ημέρα θέσης σε ισχύ του ν. 4387/2016).

Εκτιμάται ότι σε σύγκριση με τον παλιό τρόπο υπολογισμού θα υπάρξει με βάση τις καινούργιες διατάξεις μια μεσοσταθμική μείωση ύψους 20% (αν και όλοι τελικά θα πάνε στον ίδιο τρόπο υπολογισμού όταν καταργηθεί ο θεσμός της προσωπικής διαφοράς το 2019 ή το 2020).
Οπως αναγράφεται στον νόμο, «για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες σύμφωνα με τον δείκτη πληθωρισμού της ΕΛΣΤΑΤ».

Αυτό θα συμβεί μέχρι και το 2020, καθώς μετά, όπως ορίζεται, «η προσαύξηση των συντάξιμων αποδοχών για το διάστημα από το 2021 και εφεξής θα διενεργείται με βάση τον δείκτη μεταβολής μισθών, που δεν ήταν δυνατό να υπολογιστεί εντός του 2017 από την ΕΛΣΤΑΤ».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι συντάξιμες αποδοχές αναπροσαρμόζονται έως και το προηγούμενο της συνταξιοδότησης έτος.
Πάντως ειδικά για όσους ασφαλισμένους υπέβαλαν αίτηση συνταξιοδότησης κατά το έτος 2017, η προσαύξηση των συντάξιμων αποδοχών του έτους 2002 γίνεται με χρήση του γινομένου των ετήσιων μεταβολών του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή από τα έτη 2003 έως και 2016.
Αντίστοιχα η προσαύξηση των συντάξιμων αποδοχών του έτους 2003 γίνεται με χρήση του γινομένου των ετήσιων μεταβολών του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή από τα έτη 2004 έως και 2016.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι ο μέσος όρος αποδοχών δεν ισούται με την ανταποδοτική σύνταξη, αλλά βάσει αυτής προκύπτουν τα ποσοστά αναπλήρωσης που φαίνονται στον σχετικό πίνακα.
