Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ελάφρυνση χρέους με επιμήκυνση των πληρωμών, που θα οδηγήσει σε μικρότερες δαπάνες για τόκους, προτείνει ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ως ένα από τα εργαλεία για την ανακούφιση της Ελλάδας από τον μεγάλο όγκο των δανειακών υποχρεώσεων.

Σε ομιλία του σε εκδήλωση της Τράπεζας Πειραιώς, ο Γιάννης Στουρνάρας εμφανίστηκε αντίθετος με την ευρω­παϊκή ρητορική περί υψηλών πλεονασμάτων (3,5%) ζητώντας από τους θεσμούς να επιδείξουν μεγαλύτερη ευελιξία στο θέμα των δημοσιονομικών στόχων και της ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους.

Ο διοικητής της ΤτΕ τάχθηκε υπέρ της επιμήκυνσης της μεσοσταθμικής διάρκειας των πληρωμών τόκων για τα δάνεια του EFSF κατά 8,5 χρόνια με ταυτόχρονη μείωση των απαιτούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων στο 2% του ΑΕΠ μετά το 2020, καθώς έτσι εξασφαλίζεται η διαχειρισιμότητα του χρέους.

Σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, όταν ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι πάνω από 100%, τα μέτρα που μειώνουν τις δαπάνες για τόκους μπορούν να βελτιώσουν τον λόγο ταχύτερα απ’ ό,τι η αύξηση πρωτογενούς πλεονάσματος.

«Με λόγο χρέους προς ΑΕΠ 180%, μια μείωση του μέσου επιτοκίου του χρέους κατά μία ποσοστιαία μονάδα μειώνει τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ κατά 1,8 ποσοστιαία μονάδα. Αντίθετα, μια αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος ως ποσοστού του ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα μειώνει τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ μόλις κατά μία ποσοστιαία μονάδα (υποθέτοντας ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι 0, κάτι που, όπως γνωρίζουμε, δεν ισχύει)», επισήμανε ο διοικητής.

Το πρόβλημα θα είναι ιδιαίτερα έντονο μετά το 2021 εξαιτίας της μετάθεσης των πληρωμών τόκων για τα δάνεια του EFSF και λόγω των τόκων του νέου χρέους που θα συναφθεί μέσω ομολογιακών εκδόσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η ανάλυση που διεξήγαγε η ΤτΕ και εξετάζει τη διαχρονική επίδραση της εξομάλυνσης των πληρωμών τόκων για τα δάνεια του EFSF δείχνει ότι, αν επιμηκυνθεί η μεσοσταθμική διάρκεια των πληρωμών τόκων για τα δάνεια αυτά κατά 8,5 χρόνια και ταυτόχρονα μειωθούν τα απαιτούμενα πρωτογενή πλεονάσματα στο 2% του ΑΕΠ μετά το 2020, εξασφαλίζεται η διαχειρισιμότητα του χρέους και μάλιστα «χωρίς κόστος για τους πιστωτές», όπως είπε ο διοικητής.

Συμπλήρωσε ακόμη ότι αν η εξομάλυνση των πληρωμών τόκων συνοδευθεί από υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, ως αποτέλεσμα των χαμηλότερων πλεονασμάτων, τότε «το προφίλ του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα είναι ακόμα πιο ευνοϊκά. Εναλλακτικά, αν πραγματοποιηθεί η εξομάλυνση των επιτοκίων και το κόστος επιμεριστεί εξίσου μεταξύ Ελλάδος και ESM, και σ’ αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα θα είναι ευνοϊκότερα».