Κρίση; Ποια κρίση; Για κρίση λόγω Brexit κραυγάζουν πολιτικοί και οικονομολόγοι σε όλο τον πλανήτη, όμως το Χρηματιστήριο του Λονδίνου δείχνει να τους αγνοεί. Η βρετανική αγορά μετά το αρχικό σοκ -που διήρκεσε δύο μόλις ημέρες- ίπταται στη συνέχεια.
Ο δείκτης των μετοχών υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE 100 ανέκτησε όλες τις απώλειες που σημείωσε μετά το δημοψήφισμα και βρίσκεται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα από τον περασμένο Αύγουστο.
Η άνοδος που σημειώνει αυτήν την εβδομάδα είναι από τις μεγαλύτερες των τελευταίων πέντε ετών (σε εβδομαδιαίο επίπεδο). Η αξιοσημείωτη ανάκαμψη προκαλεί έκπληξη στους αναλυτές, οι οποίοι ουδόλως ανέμεναν ότι το «όχι» στην Ε.Ε. θα προκαλούσε φρενίτιδα αγορών.
Αρκετοί εξ αυτών αποδίδουν μέρος της ανάκαμψης στην αυξανόμενη πεποίθηση στην αγορά ότι το άρθρο 50, ο μηχανισμός που θα χρησιμοποιηθεί για την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε., δεν πρόκειται να ενεργοποιηθεί άμεσα, τουλάχιστον έως ότου παραιτηθεί ο Κάμερον.
Ετσι, αρκετοί επενδυτές εκτιμούν ότι τουλάχιστον για κάποιους μήνες δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι στην αγορά. Πέραν τούτου, η άνοδος αποδίδεται και στις ευκαιρίες αγοράς φθηνών μετοχών που προέκυψαν μετά την αρχική μεγάλη πτώση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγάλη πτώση της στερλίνας ευνοεί την πλειονότητα των εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης που συγκροτούν τον FTSE 100. Το 77% του δείκτη συντίθεται από εταιρείες αυτής της κατηγορίας, οι οποίες πραγματοποιούν μεγάλα κέρδη στο εξωτερικό. Η πτώση της στερλίνας τις ευνοεί, καθώς καθιστά τις εξαγωγές τους φθηνότερες στις διεθνείς αγορές τονώνοντας πωλήσεις και κέρδη.
Ενα ακόμη παράδοξο γεγονός του Brexit είναι ότι ενώ όλοι προβλέπουν επιβράδυνση ή και ύφεση της βρετανικής οικονομίας μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, το κόστος δανεισμού αυτής, όπως αποτυπώνεται στις αποδόσεις των ομολόγων της, μειώνεται. Οι αποδόσεις των 10ετών gilts υποχωρούν συγκεκριμένα για πρώτη φορά κάτω από το 1%, ενώ οι αποδόσεις των διετών ομολόγων του βρετανικού Δημοσίου είναι σε αρνητικά επίπεδα.
Δηλαδή οι επενδυτές πληρώνουν για να δανείσουν τη βρετανική κυβέρνηση, αγνοώντας τις αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις του αξιόχρεού της από τους διεθνείς οίκους τις τελευταίες ημέρες. Βέβαια δεν είναι όλα τόσο ρόδινα όσο φαίνονται.
Οι μετοχές των τραπεζών και των κατασκευαστικών έχουν χτυπηθεί σκληρά, ενώ σε όρους δολαρίου ή ευρώ οι δείκτες έχουν χαμηλότερες επιδόσεις λόγω της πτώσης της στερλίνας.
Ο δείκτης μετοχών μεσαίας κεφαλαιοποίησης FTSE 250 υποχωρεί σε σχέση με τα επίπεδα της ημέρας του δημοψηφίσματος, καθώς οι εταιρείες που τον απαρτίζουν είναι πιο εκτεθειμένες στην επιδείνωση της εγχώριας οικονομίας.
Ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Οσμπορν προειδοποίησε χθες για «ξεκάθαρα σημάδια σοκ» στην οικονομία μετά το δημοψήφισμα και ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τον στόχο για πλεόνασμα στον προϋπολογισμό το 2020.
