Μέχρι την Παρασκευή, οι αγορές ήταν σε mood επικείμενης συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Το Σαββατοκύριακο οι ειδήσεις και η στάση των πρωταγωνιστών δεν επιβεβαίωναν αυτή την αισιοδοξία – το αντίθετο. Τη χθεσινή μέρα η ανησυχία μεγάλωσε, με τις αγορές να ποντάρουν μάλλον σε δυσμενή σενάρια. Ετσι, κυριάρχησε η ανήσυχη αναμονή, με τις τιμές των καυσίμων να κάνουν άλμα 10 δολαρίων: η τιμή του μπρεντ αυξήθηκε σε επίπεδα πάνω από τα 95 δολάρια το βαρέλι και του αμερικανικού Grude Oil σε επίπεδα πάνω από τα 88 δολάρια το βαρέλι. Τα χρηματιστήρια μετοχών κινήθηκαν σε αρνητικό έδαφος, με τον Dow Jones να υποχωρεί οριακά και τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια να υποχωρούν σημαντικά, με πτώσεις κοντά στο 1% (Γαλλία) και έως τα όρια του 1,5% (Ιταλία 1,4%). Το ΧΑ, επιδεικνύοντας συνέπεια στην υπεραντίδραση σε σχέση με τα διεθνή, κατέγραψε πτώση 2,1%.
Το ερώτημα όμως είναι: Εχουν οι αγορές «εσωτερική πληροφόρηση» για τις γεωπολιτικές εξελίξεις; Η διεθνής -και δη σε αμερικανικά ΜΜΕ- αρθρογραφία οδηγεί σε θετική απάντηση. Οχι φυσικά για όλους τους «παίκτες», αλλά σίγουρα για τους πολύ μεγάλους, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις για τους καλά τοποθετημένους κοντά σε σημαντικά κέντρα αποφάσεων. Πρόσφατα δημοσιεύματα έκαναν λόγο για συμβόλαια μερικών δισ. ευρώ που πόνταραν σε πτώση των διεθνών τιμών των καυσίμων λίγο πριν ανακοινωθεί η εκεχειρία. Στο ξέσπασμα και στη διάρκεια του πολέμου, πυκνή αρθρογραφία υποστήριξε ότι συγγενικά πρόσωπα του Τραμπ και φίλιες επιχειρηματικές δυνάμεις ποντάρισαν σωστά σε κρίσιμες καμπές των εξελίξεων, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη.
Αν εξαιρέσουμε όμως αυτές τις περιπτώσεις των ιδιαίτερα… προνομιούχων, οι μεγάλοι «παίκτες» των αγορών καθοδηγούνται από ομάδες αναλυτών κάθε κατηγορίας που διαχειρίζονται ανώτερο επίπεδο πληροφοριών. Πρέπει λοιπόν να «πιστεύουμε» τις αγορές, ειδικά όταν κάνουν μεγάλες κινήσεις που είναι ενδεικτικές σεναρίων για τις εξελίξεις; Και πώς πρέπει να τις διαβάζουμε;
Πριν από λίγες μέρες με το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και σε κλίμα επικείμενης συμφωνίας, υπήρξε θεαματική αποκλιμάκωση στις τιμές των καυσίμων, με το μπρεντ να υποχωρεί στα 85 δολάρια το βαρέλι. Αυτό δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι σε περίπτωση συμφωνίας θα αποκλιμακωνόταν περαιτέρω και θα επιστρέφαμε σχεδόν άμεσα στην προ του πολέμου «κανονικότητα». Ομως, όλοι οι σοβαροί αναλυτές διεθνώς συμφωνούν ότι ακόμη και με συμφωνία, η επιστροφή στην «κανονικότητα» θα καθυστερήσει τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του έτους – και πάλι χωρίς αποκλιμάκωση των τιμών στα προπολεμικά επίπεδα, αλλά με κατοχύρωση μιας σημαντικής αύξησης σε σχέση με αυτά. Στις εντυπωσιακές ειδήσεις και στα γεγονότα καμπής οι αγορές αντιδρούν «θεαματικά» στο γεγονός, αλλά αυτό είναι μια «έξαρση», όχι τεκμήριο για τη μεσοπρόθεσμη τάση.
Οι «παίκτες» των αγορών δεν λένε ψέματα, με την έννοια ότι οι κινήσεις τους αποσκοπούν στο κέρδος – δεν θα χρηματοδοτήσουν απώλειες με στόχο τη δημιουργία «εντυπώσεων». Ομως, ταυτόχρονα, η «ευθύγραμμη» ανάγνωση των κινήσεων στις αγορές εγκυμονεί πάντα κινδύνους.
Υπάρχουν όμως κινήσεις που είναι ενδεικτικές για το ποιες χώρες υφίστανται τις μεγαλύτερες πιέσεις από «έκρυθμες» καταστάσεις όπως αυτή του πολέμου: εδώ οι ευρωπαϊκές χώρες και η Ιαπωνία έχουν τον πρώτο λόγο. Οχι μόνο λόγω της ενεργειακής τους εξάρτησης αλλά και λόγω των πολύ υψηλών τους αναγκών στην εξυπηρέτηση του χρέους τους (όπως η Ιαπωνία, αλλά και η Ιταλία και η Γαλλία) ή και σε χρηματοδότηση υψηλών πακέτων κρατικών δαπανών (όπως η Γερμανία).
Με αυτό το κριτήριο, το ελληνικό Χρηματιστήριο, με πολύ πιο βίαιες κινήσεις κατά την πτώση αλλά και κατά την άνοδο, αποδεικνύει ότι σε καιρούς ακριβού -και… πολύτιμου- χρήματος η ελληνική οικονομία δεν είναι επιλέξιμη για τα διεθνή νομαδικά κεφάλαια όταν επικρατεί «μεγάλη αναταραχή»…
