Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι χρονιές αλλάζουν αλλά το νούμερο ένα πρόβλημα στην ελληνική κοινωνία παραμένει το ίδιο: η ακρίβεια. Η νέα χρονιά έκανε ποδαρικό, όπως τελείωσε η προηγούμενη: με αγροτικές κινητοποιήσεις με νέες αυξήσεις, όχι στους μισθούς φυσικά, αλλά σε πολλά καταναλωτικά προϊόντα. Η Ελλάδα ξανανοίγει την ψαλίδα με την ευρωζώνη σε ό,τι αφορά τις τιμές, όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της Εurostat, ενώ οι προβλέψεις για φέτος είναι αποθαρρυντικές καθώς ο πληθωρισμός θα κινηθεί σίγουρα πάνω από 2%, ήτοι άνω του ορίου που θέτει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με την κυβέρνηση να μη διαπραγματεύεται την αναγκαία οριζόντια μείωση του ΦΠΑ, η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ παραμένει μια αγχωτική υπόθεση καθώς- μεταξύ άλλων- οι καταναλωτές έχουν να αντιμετωπίσουν και το φαινόμενο των διάφορων παραπλανητικών προσφορών. Ενδεικτικά της κατάστασης που βρισκόμαστε είναι πως την περίοδο 2008-2024 το μέσο διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 5%, με την όποια αύξηση να επέρχεται μετά το 2020, ο δε πληθωρισμός των τροφίμων αυξήθηκε κατά 42%. Ειδικά την περίοδο 2020-2024 ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 30%. Στον αντίποδα στην Ε.Ε.  το μέσο διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα αυξήθηκε κατά 55% την περίοδο 2008-2024 και ο πληθωρισμός τροφίμων κατά 59%. Με απλά λόγια: δεν έχουμε καμία σχέση με την Ευρώπη. Ωστόσο σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως στις πιο «φτωχές», επανέρχεται μια συζήτηση, που στη χώρα μας δεν γίνεται καν, για εναλλακτικές παρεμβάσεις στο ολιγοπώλιο των τροφίμων.

«Καταστήματα για το λαό»

Τον Μάρτιο του 2025 το βουλγαρικό κοινοβούλιο ενέκρινε μια πρωτοποριακή πρωτοβουλία για τη δημιουργία κρατικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ στις φτωχότερες περιοχές της χώρας, με στόχο την πώληση τροφίμων με περιορισμένο περιθώριο κέρδους. Τον Οκτώβριο η κυβερνητική συμμαχία  δεσμεύτηκε εκ νέου να ανοίξει κρατικά καταστήματα τροφίμων που θα πωλούν προϊόντα με σταθερό περιθώριο κέρδους 10%. Λίγες εβδομάδες πριν καταρρεύσει η κυβέρνηση υποσχέθηκε πως 50 «καταστήματα για το λαό» θα λειτουργούσαν μετά στην πρωτοχρονιά του 2026, προσφέροντας πάνω από 30 είδη εγχώριων τροφίμων σε «προσιτές τιμές», όπως έλεγε ο υπουργός Γεωργίας Γκεόργκι Ταχόφ.

Αν και το έργο υλοποιείται από μια νεοσύστατη κρατική εταιρεία — το Store for the People (Magazin za horata), που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Γεωργίας — η πρωτοβουλία θεωρείται ευρέως ότι ανήκει στον Ντελιάν Πεέβσκι, τον ηγέτη του κόμματος MRF – New Beginning. Η πολιτική του παράταξη δεν αποτελούσε επίσημα μέρος της κυβερνητικής συμμαχίας του πρωθυπουργού Ρόσεν Ζελιάζκοφ, αλλά υποστήριζε συστηματικά τις πολιτικές του υπουργικού συμβουλίου στο κοινοβούλιο.

Η Store for the People  θα μισθώσει χώρους λιανικής πώλησης ή τμήματα των καταστημάτων της Κεντρικής Συνεταιριστικής Ένωσης (CCU),  μιας ιστορικής οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1947 και εκπροσωπεί περισσότερα από 132.000 μέλη σε 750 συνεταιρισμούς σε 31 περιφερειακές ενώσεις. Η ιδέα του υπουργείου Γεωργίας δεν ήταν να νοικιάσει ολόκληρους χώρους λιανικής πώλησης, αλλά μόνο ράφια μέσα σε υπάρχοντα συνεταιριστικά καταστήματα σε βουλγαρικά χωριά. «Τα προϊόντα θα έχουν ξεχωριστή επωνυμία και γραμμωτούς κώδικες για να διακρίνονται από τα προϊόντα του λιανοπωλητή. Η αγορά ολόκληρων ακινήτων λιανικής πώλησης δεν βρίσκεται επί του παρόντος στην ατζέντα», ανέφερε το υπουργείο.

Η αρχική πρόταση του Πέεβσκι ήταν τα συγκεκριμένα καταστήματα να βρίσκονται μέσα σε ταχυδρομικά καταστήματα — ένα μοντέλο που χρησιμοποιείται σήμερα μόνο στην Ουκρανία σε περίοδο πολέμου. Η κυβέρνηση αρχικά αποδέχτηκε την ιδέα, αλλά αργότερα την τροποποίησε, επιλέγοντας να στεγάσει τα καταστήματα αλλού. Την ίδια ώρα φιλελεύθεροι αναλυτές υποστηρίζαν ότι τέτοια «κρατικά καταστήματα» δεν έχουν θέση σε μια οικονομία της ελεύθερης αγοράς, καθώς θύμιζαν-υποτίθεται- την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία του κομμουνιστικού παρελθόντος.

«Το κρατικό κατάστημα για τον λαό θα είναι μια άσκοπη δαπάνη χωρίς πραγματικό αποτέλεσμα», αντιδρά ο οικονομολόγος Μάρτιν Ντιμιτρόφ στο Mediapool, βουλευτής της Δημοκρατικής Βουλγαρίας υποστηρίζοντας πως «κανένα κράτος μέλος της ΕΕ δεν έχει καταφέρει να μειώσει τις τιμές μέσω κρατικών καταστημάτων».

Το πρώτο κατάστημα της κρατικής αλυσίδας Magazin za horata άνοιξε τελικά στις 15 Δεκεμβρίου 2025 σε μια περιοχή κοντά στο Πλόβντιβ. Εκεί πωλούνται βασικά αγαθά με χαμηλές τιμές και ξεχωριστή επωνυμία. Κάποιοι πρώτοι πελάτες ήταν κάπως επιφυλακτικοί για το αν ότι οι τιμές είναι σημαντικά χαμηλότερες από άλλων αλυσίδων λιανικής πώλησης. Εκτός από το πρώτο κατάστημα το πιλοτικό πρόγραμμα έχει ήδη ξεκινήσει να υλοποιείται σε 70 σημεία στη χώρα, περιλαμβάνοντας περισσότερα από 45 είδη από το βασικό καλάθι καταναλωτικών αγαθών, καθώς και τα πιο περιζήτητα προϊόντα από Βουλγαρούς παραγωγούς. Η κρατική εταιρεία ισχυρίζεται ότι οι χαμηλότερες τιμές επιτυγχάνονται μέσω συνεργασιών με κατασκευαστές και ενός βελτιστοποιημένου επιχειρηματικού μοντέλου. Η Magazin za Horata («Κατάστημα για τον Λαό») ανακοίνωσε ότι στόχος της να καλύψει ολόκληρη τη χώρα μέχρι το τέλος του 2026. H Bουλγαρία θα διαθέσει 5 εκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία της αλυσίδας ως αρχικό κεφάλαιο κίνησης.

Ρουμανία: Η ανολοκλήρωτη υπόσχεση

Όταν ιδρύθηκε η Ρουμανική Εταιρεία Εμπορίου Αγροτικών Προϊόντων Unirea τον Δεκέμβριο του 2018, έφερε το βάρος μιας φιλόδοξης ελπίδας: μια κρατική σωτηρία για τους μικρούς αγρότες. Το όραμα ήταν μεγαλεπήβολο: η δημιουργία κέντρων συλλογής, αποθηκευτικών εγκαταστάσεων και καταστημάτων λιανικής πώλησης που θα συνέδεαν άμεσα τους παραγωγούς με τους καταναλωτές, εξασφαλίζοντας ότι όσοι εργάζονταν στη γη θα μπορούσαν επιτέλους να αποκομίσουν δίκαια οφέλη.

Ακρίβεια χωρίς αντίπαλο; Αναζητώντας αντίβαρα στο ολιγοπώλιο τροφίμων

Η αρχιτεκτονική των καλών προθέσεων

«Το θεωρητικό πλαίσιο πίσω από την Unirea ήταν σωστό, ακόμη και εμπνευσμένο», λέει η ρουμανική ιστοσελίδα Hotnews. Με τη δημιουργία εθνικών και περιφερειακών κέντρων συλλογής, η εταιρεία θα συγκέντρωνε τα προϊόντα από διάσπαρτες μικρές εκμεταλλεύσεις, προσφέροντάς τους συλλογική διαπραγματευτική δύναμη και πρόσβαση σε μεγαλύτερες αγορές. Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης και επεξεργασίας θα πρόσθεταν αξία στα ακατέργαστα προϊόντα και θα επέκτειναν τη διάρκεια ζωής τους. Τα καταστήματα λιανικής πώλησης με προϊόντα ρουμανικής προέλευσης θα ολοκλήρωναν τον κύκλο, επιτρέποντας στους αγρότες να αποκομίσουν μεγαλύτερο μερίδιο από τις τελικές τιμές πώλησης, ενώ ταυτόχρονα θα τόνωναν την εγχώρια κατανάλωση και θα αντιμετώπιζαν το επίμονο εμπορικό έλλειμμα της Ρουμανίας.

Το σχέδιο αποτελούσε και μια αναγνώριση ότι ο κατακερματισμένος γεωργικός τομέας της Ρουμανίας χρειαζόταν κάτι περισσότερο από επιδοτήσεις. Χρειαζόταν logistics, συντονισμό και πρόσβαση στην αγορά. Το σχέδιο προέβλεπε 60 καταστήματα και κέντρα χονδρικής πώλησης. Ξεκίνησαν με δύο καταστήματα και ένα κέντρο χονδρικής πώλησης.  Όμως το χάσμα μεταξύ φιλοδοξίας και εκτέλεσης αποδείχθηκε καταστροφικό. Σήμερα, αυτό το όραμα έχει καταρρεύσει. Η εταιρεία λειτουργεί πλέον με… δύο μόνο υπαλλήλους. Τα καταστήματά της έχουν κλείσει. Οι θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο είναι κενές.

Και τον Οκτώβριο του 2024, η Εισαγγελία κατά της διαφθοράς της Ρουμανίας πραγματοποίησε έρευνες σε 60 διευθύνσεις σε δώδεκα νομούς, αναζητώντας αποδείξεις για απάτη που φέρεται να κόστισε στο κράτος περίπου 8 εκατομμύρια ευρώ.

 Σύμφωνα επίσης με έρευνες του Σώματος Ελέγχου του Υπουργείου Γεωργίας, υπογράφηκαν συμβάσεις με εταιρείες που δεν παρέδωσαν ποτέ τα προϊόντα. Στους λογιστικούς καταλόγους εμφανίστηκαν πλασματικές αγορές. Τα ράφια που προορίζονταν για φρέσκα λαχανικά, φρούτα και γαλακτοκομικά προϊόντα περιείχαν αντίθετα χυμούς και πατατάκια, προϊόντα που δεν είχαν καμία σχέση με την υποστήριξη των αγροτών. Εσωτερικά έγγραφα υποδηλώνουν ότι πάνω από 50 εκατομμύρια λέι που όφειλαν οι συνεργαζόμενες εταιρείες στην Unirea δεν εισπράχθηκαν ποτέ. Τον Νοέμβριο του 2024, η κυβέρνηση τερμάτισε τις θητείες όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Η πρώην γενική διευθύντρια Mariana Cotoi συνελήφθη για κατάχρηση εξουσίας.

«Η κατάρρευση της Unirea αντιπροσωπεύει την αποτυχία του ρουμανικού κράτους να μετατρέψει μια καλή πολιτική σε λειτουργικό θεσμό. Η διάγνωση ήταν σωστή: οι μικροκαλλιεργητές χρειάζονται συντονισμένη υποδομή και πρόσβαση στην αγορά. Η συνταγή ήταν σωστή: να δημιουργηθεί αυτή η υποδομή μέσω δημόσιας επιχείρησης. Αλλά η εκτέλεση ήταν ανεπαρκής» λένε στην «Εφ.Συν.» οι ρουμάνοι συνάδελφοι της Hotnews. Το δίκτυο λιανικής πώλησης που θα μπορούσε να προβάλλει τη ρουμανική γεωργία στους Ρουμάνους καταναλωτές υπάρχει μόνο ως μάθημα για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει και τι θα πρέπει να αποφευχθεί στο μέλλον σε μια επόμενη προσπάθεια.

Ισπανία: Μια νέα ιδέα από τα παλιά που έμεινε στα χαρτιά

Το 2023, η τότε Ισπανίδα υπουργός Κοινωνικών Δικαιωμάτων και Ατζέντας 2030, η ψυχολόγος και δυναμική ακτιβίστρια Ιονέ Μπελάρα από τους Podemos, πρότεινε την ιδέα μιας δημόσιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ για την καταπολέμηση του «ολιγοπωλίου τροφίμων». Θα ονομαζόταν «Δίκαιες Τιμές». «Χρειαζόμαστε μια δημόσια εταιρεία σε κάθε στρατηγικό τομέα», δήλωσε τότε η Μπελάρα, διάδοχος του Πάμπο Ιγκλέσιας στην ηγεσία του κόμματος. Υποστήριξε ότι η Ισπανία χρειαζόταν «μια δημόσια φαρμακευτική εταιρεία, μια δημόσια τεχνολογική εταιρεία, μια δημόσια ηλεκτρική εταιρεία και, πάνω απ’ όλα, μια δημόσια αλυσίδα σούπερ μάρκετ με την ονομασία Precios Justos (Δίκαιες Τιμές), για να μειωθούν οι τιμές και να προστατευθούν οι μικροί παραγωγοί». Το κόμμα της έβαλε ακόμη και αριθμούς στην ιδέα: η υπουργός Ισότητας Ιρένε Μοντέρο υποστήριξε την πρόταση και εκτίμησε ότι θα μπορούσαν να ανοίξουν τουλάχιστον 1.000 καταστήματα σε όλη τη χώρα, με την ικανότητα να κατακτήσουν το 15% του συνολικού μεριδίου αγοράς και να δημιουργήσουν 50.000 άμεσες θέσεις εργασίας. Δεν ήταν μια ιδέα χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Μετά τον ισπανικό Εμφύλιο και κατά τη δεκαετία του 1950–60, το ισπανικό κράτος μέσω του τότε υπουργείου Εμπορίου/Διανομής (Comisión de Abastecimientos) εγκατέστησε ένα δίκτυο δημόσιων σούπερ μάρκετ σε περίπου 15 πόλεις τα οποία λειτούργησαν μέχρι το 1970 ενταγμένα στη γενικότερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού της διανομής τροφίμων στη χώρα πριν την άνοδο του μεγάλου ιδιωτικού λιανεμπορίου

Η πρόταση δεν υποστηρίχθηκε από τον κύριο εταίρο της κυβέρνησης, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ενώ συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τον λιανεμπορικό κλάδο. Ο σύνδεσμος των μεγάλων διανομέων τροφίμων και αλυσίδων στην Ισπανία την αποκάλεσε «μη ρεαλιστική» και μη χρήσιμη, λέγοντας ότι ένα δημόσιο δίκτυο δεν βοήθα στην πολύπλοκη αγορά τροφίμων και θα στρέψει πόρους άσκοπα. Ο Χοσέ Μαρία Μπονματί διευθυντής της AECOC, της Ένωσης Ισπανών Παραγωγών και Διανομέων, υποστήριζε πως στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, τα κέρδη είναι πολύ μικρά ανά προϊόν, περίπου 2%, οπότε η μείωση των τιμών δεν μπορεί να γίνει απλώς «με κρατική παρέμβαση». Σύμφωνα με τον ίδιο, το κλειδί για βιωσιμότητα είναι ο όγκος πωλήσεων: οι μεγάλες αλυσίδες που πουλάνε πολύ μπορούν να επιβιώσουν με χαμηλό περιθώριο κέρδους, ενώ ένα δημόσιο δίκτυο που θα θέλει να κρατήσει τις τιμές χαμηλά θα έχει πρόβλημα να καλύψει λειτουργικά έξοδα. Το θέμα προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση εντός του κυβερνητικού συνασπισμού. Πολλοί αρμόδιοι υπουργοί και τεχνοκράτες θεώρησαν ότι υπάρχουν άλλοι τρόποι μείωσης της ακρίβειας (π.χ. μείωση φόρων, ενίσχυση ανταγωνισμού) αντί για κρατικό δίκτυο. Η πολιτική συζήτηση μετατοπίστηκε και αντι για κρατικά σούπερ μάρκετ, η κυβέρνηση επέλεξε άλλες παρεμβάσεις στην αγορά τροφίμων (π.χ. μείωση ΦΠΑ σε βασικά προϊόντα, ενισχύσεις σε παραγωγούς, παρακολούθηση μετακύλισης τιμών).

Πολωνία: Σκέψεις κρατικοποιήσεων

Η ιδέα της δημιουργίας μιας κρατικής αλυσίδας σούπερ μάρκετ κυοφορείται στην Πολωνία εδώ και αρκετά χρόνια. Μέχρι τώρα, υποστηρικτές μιας τέτοιας λύσης ήταν πολιτικοί από το συντηρητικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη. Το 2020, η ιδέα προτάθηκε από τον αναπληρωτή υπουργό Κρατικών Περιουσιακών Στοιχείων Αρτούρ Σομπόν. Πρότεινε ότι η αλυσίδα θα μπορούσε να δημιουργηθεί από την εταιρεία Krajowa Grupa Spożywcza (Εθνική Ομάδα Τροφίμων). Πρόκειται για μια δυναμικά αναπτυσσόμενη εταιρεία, στην οποία το κράτος κατέχει το πλειοψηφικό μερίδιο, η οποία ιδρύθηκε ως κοινοπραξία πολωνικών εργοστασίων ζάχαρης. Το 2024, είχε κύκλο εργασιών 5,4 δισεκατομμυρίων ζλότι (1,25 δισεκατομμύρια ευρώ) με κέρδη 318 εκατομμυρίων ζλότι (74 εκατομμύρια ευρώ). Ωστόσο, τα σχέδια αυτά δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.

Τον περασμένο Οκτώβριο του 2025, μια παρόμοια ιδέα προτάθηκε από τον κυβερνητικό βουλευτή Μάρεκ Σαβίτσκι. Ο ίδιος, πρώην υπουργός Γεωργίας, υποστηρίζει ότι η κρατική εταιρεία θα μπορούσε να αναλάβει την γαλλική αλυσίδα Carrefour, η οποία αποσύρεται από την Πολωνία. Ο κύριος στόχος θα ήταν η άμεση σύνδεση των αγροτών και των προϊόντων τους με τις αλυσίδες λιανικής πώλησης. Το εκτιμώμενο κόστος της εξαγοράς της Carrefour ανέρχεται σε περίπου 8 δισεκατομμύρια ζλότι (1,86 δισεκατομμύρια ευρώ). Ωστόσο, ο Σαβίτσκι παραδέχεται ότι χωρίς πρόσθετη κεφαλαιοποίηση της εταιρείας από το Υπουργείο Οικονομικών, η ενέργεια αυτή δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Μέχρι στιγμής πάντως, κανένας από την κυβέρνηση δεν έχει επιβεβαιώσει εάν το πολωνικό κράτος εξετάζει ένα τέτοιο σενάριο.

Ακρίβεια χωρίς αντίπαλο; Αναζητώντας αντίβαρα στο ολιγοπώλιο τροφίμων

BOX: Όταν οι καταναλωτές οργανώνονται μόνοι τους

Παράλληλα με τις συζητήσεις για κρατικά καταστήματα τροφίμων, στην Ευρώπη αναδύονται πρωτοβουλίες που βασίζονται στην κοινότητα και τη συνεργασία, αντί για κρατική παρέμβαση ή μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η SuperCoop στο Βερολίνο, ένα συνεταιριστικό σούπερ μάρκετ που λειτουργεί από το 2021 (καθημερινά, Δευτέρα-Σάββατο) και βασίζεται στην ιδέα ότι οι καταναλωτές μπορούν να οργανωθούν συλλογικά για να αποκτήσουν πρόσβαση σε φρέσκα (κυρίως βιολογικά) προϊόντα, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουν τους τοπικούς παραγωγούς. Το πρώτο φυσικό της κατάστημα άνοιξε στις 22 Σεπτεμβρίου 2021 στη συνοικία Βέντινγκ του Βερολίνου, μετά από εκτεταμένο crowdfunding και ανακαίνιση χώρου. Στα ράφια του καταστήματος προσφέρονται περισσότερα από 4.000 προϊόντα από περίπου 40 διαφορετικούς προμηθευτές, κυρίως τοπικούς.

Η SuperCoop ξεκίνησε από μια ομάδα ανθρώπων που γνώριζαν αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη. Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η συνεταιριστική ιδιοκτησία: κάθε μέλος είναι συνιδιοκτήτης, συμμετέχει στη λειτουργία με 3 ώρες εργασίας ανά τετράδα εβδομάδων και έχει δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις και τις στρατηγικές αποφάσεις. Αυτή η δομή εξασφαλίζει, όπως λένε,  διαφάνεια και συλλογική λήψη αποφάσεων, ενώ ταυτόχρονα δίνει την ευκαιρία στα μέλη να επηρεάσουν όχι μόνο το τι αγοράζουν, αλλά και πώς οργανώνεται η ίδια η αγορά τροφίμων στην κοινότητά τους.

Ακρίβεια χωρίς αντίπαλο; Αναζητώντας αντίβαρα στο ολιγοπώλιο τροφίμων

«Ιδρύσαμε μια συνεταιριστική οργάνωση περίπου 40 άτομα. Ημασταν ήδη μια μεγαλύτερη κοινότητα, αλλά λόγω του Covid μπορούσαμε να χωρέσουμε μόνο 40 άτομα σε ένα δωμάτιο, σε ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο. Αυτά τα άτομα ήταν πραγματικά τα ενεργά βασικά μέλη» λέει η Τζοάνα, ιδρυτικό μέλος του SuperCoop στον Δημήτρη Πέττα, κοινωνικό γεωγράφο που μελετά διεξοδικά τους συνεταιρισμούς σε όλη την Ευρώπη. Και προσθέτει :«Ηταν πραγματικά μεγάλη πρόκληση να δημιουργήσουμε αυτό το έργο, να οργανώσουμε την κοινότητά, να διατηρήσουμε το ενδιαφέρον, να βρούμε έναν κατάλληλο χώρο για το σούπερ μάρκετ και να συγκεντρώσουμε τα οικονομικά μέσα και να δημιουργήσουμε την απαραίτητη νομική οντότητα. Κανείς μας δεν ήξερε στην αρχή πως να λειτουργήσει ένα σούπερ μάρκετ. Ετσι έπρεπε να μάθουμε τα πάντα και ταυτόχρονα να διδάξουμε τα πάντα στα μέλη μας και να μάθουμε μαζί ως κοινότητα. Αλλά αυτό ήταν και ένα μεγάλο πλεονέκτημα: ένα μεγάλο παζλ από κομμάτια γνώσης και κομμάτια δικτύου που ενώθηκαν. Κάτι που δεν θα μπορούσαμε να επιτύχουμε σε μια μικρότερη ομάδα με λιγότερη εμπειρία.  Είναι απίστευτο πώς συντέθηκαν όλα αυτά τα διαφορετικά κομμάτια γνώσης. Αυτό που μάθαμε, και που ήταν το κλειδί, ήταν να είμαστε αρκετά ανοιχτοί για αυτά που δεν γνωρίζουμε και να απευθυνόμαστε στην κοινότητα μας». Η SuperCoop συνεργάζεται πλέον με πάνω από 40 τοπικούς προμηθευτές, συμπεριλαμβανομένων άλλων συνεταιριστικών παραγωγών και κοινοτικών αγροτικών εγχειρημάτων. Το εγχείρημα δεν λειτουργεί απομονωμένα: είναι μέρος ενός ευρύτερου δικτύου συνεταιριστικών σούπερ μάρκετ στην Ευρώπη, διατηρώντας επαφές με αντίστοιχες πρωτοβουλίες στο Παρίσι, στο Μόναχο και στις Βρυξέλλες.

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Krasen Nikolov (Mediapool.bg -Βουλγαρία), Dan Popa (HotNews-Ρουμανία), Lola García-Ajofrín (El Confidencial – Ισπανία).

Ακρίβεια χωρίς αντίπαλο; Αναζητώντας αντίβαρα στο ολιγοπώλιο τροφίμων