Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να απειλεί τους Ευρωπαίους συμμάχους του με δασμούς προκειμένου να εκπληρώσει την ηλίθια φαντασίωσή του με τη Γριλανδία, μια νέα σημαντική μελέτη ερχόμενη από τη Γερμανία υποδεικνύει ότι το μόνο που επιτυγχάνει ο «πλανητάρχης» με την επιθετική εμπορική πολιτική που ακολουθεί είναι το… «αυτογκόλ».
Η μελέτη από το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία καταρρίπτει εντελώς τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι οι ξένοι είναι οι μόνοι που πληρώνουν τους δασμούς που επιβάλλει στα εισαγόμενα αγαθά επαληθεύοντας όσα λένε εδώ και δεκαετίες έρευνες οικονομολόγων ότι δηλαδή τη «λυπητερή» την πληρώνουν τελικά καταναλωτές και επιχειρήσεις της χώρας που επιβάλλει τους δασμούς. Η μελέτη εξέτασε πάνω από 25 εκατομμύρια αρχεία αποστολής αγαθών που εισήχθησαν στις ΗΠΑ πέρυσι. Διαπίστωσε ότι οι ξένοι εξαγωγείς απορρόφησαν μόλις το 4% των περίπου 200 δισ. δολαρίων που ήταν οι πληρωμές των δασμών, ενώ το υπόλοιπο 96% μετακυλήθηκε στους εισαγωγείς και τους καταναλωτές των ΗΠΑ.
Η μελέτη υπογράμμισε ότι οι ξένοι εξαγωγείς για διαφόρους λόγους δεν μείωσαν τις τιμές τους προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικοί στην αμερικανική αγορά και αυτό είχε αποτέλεσμα ολόκληρο το βάρος των δασμών να πέσει στις πλάτες των Αμερικανών αγοραστών. Ο δασμός δεν λειτούργησε έτσι ως φόρος στους ξένους παραγωγούς αλλά ως φόρος κατανάλωσης στους Αμερικανούς. Ο Τζούλιαν Χιντς, διευθυντής έρευνας του γερμανικού ινστιτούτου και συγγραφέας της μελέτης, περιέγραψε τους δασμούς του Τραμπ ως «αυτογκόλ» που ζημίωσε τους Αμερικανούς πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τους ξένους.
«Ο ισχυρισμός ότι οι ξένες χώρες πληρώνουν αυτούς τους δασμούς είναι μύθος. Τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο: οι Αμερικανοί πληρώνουν τον λογαριασμό. Κάθε δολάριο εσόδων από δασμούς αντιπροσωπεύει ένα δολάριο που αποσπάται από τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά», τόνισε ο Χιντς. Η μελέτη του Ινστιτούτου του Κιέλου δημοσιοποιήθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την εξαγγελία του Τραμπ για επιβολή δασμών 25% έως τον επόμενο Ιούνιο στις ευρωπαϊκές χώρες που αντιτίθεται στις προσπάθειές του να καταλάβει τη Γριλανδία.
Δασμός = φόρος
Σε ανάλυσή του ο οικονομολόγος του αμερικανικού Κέντρου Οικονομικής και Πολιτικής Ερευνας (CEPR) Ντιν Μπέικερ εκτίμησε ότι οι δασμοί αυτοί ισοδυναμούν με «αύξηση φόρων κατά 75 δισ. δολάρια» προσθέτοντας ότι «πάνω από το 90% του κόστους ενός δασμού που επιβάλλει ο Τραμπ βαρύνει τους καταναλωτές ή τους εισαγωγείς των ΗΠΑ και όχι τις χώρες εξαγωγής».
«Οταν ο Τραμπ αρχίζει να φωνάζει “δασμός, δασμός, δασμός”, φωνάζει “φόρος, φόρος, φόρος” και εμείς είμαστε αυτοί που τον πληρώνουμε. Και τα 75 δισεκατομμύρια δολάρια δεν είναι ασήμαντα. Είναι το 1% του προϋπολογισμού, περισσότερο από το διπλάσιο του κόστους των αυξημένων ασφαλίστρων για τις πολιτικές Obamacare που ο Τραμπ λέει ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά». Εκθεση των Δημοκρατικών της Κοινής Οικονομικής Επιτροπής (JEC) του Κογκρέσου που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα υπογραμμίζει ότι οι δασμοί του Ρεπουμπλικανού προέδρου και η ευρύτερη πολιτική του ατζέντα οδήγησαν σε αύξηση των τιμών σε ολόκληρη την οικονομία. Αποτέλεσμα ήταν μια μέση οικογένεια Αμερικανών να επιβαρυνθεί πέρυσι με 1.625 δολάρια περισσότερα σε σχέση με ένα χρόνο πριν για τα έξοδα διαβίωσής του. Σε αυτά περιλαμβάνονταν 323 δολάρια περισσότερα για έξοδα στέγασης και 241 δολάρια περισσότερα για έξοδα μεταφοράς.
Σε ορισμένες πολιτείες -συμπεριλαμβανομένων της Αλάσκας, του Κονέκτικατ, της Μασαχουσέτης και της Νέας Υόρκης– το ετήσιο κόστος για μια μέση οικογένεια ήταν μεγαλύτερο των 2.000 δολαρίων, καθώς οι τιμές για είδη παντοπωλείου, στέγασης και άλλα είδη πρώτης ανάγκης συνέχισαν να αυξάνονται στον πρώτο χρόνο της κυβέρνησης Τραμπ. Ο τελευταίος διακήρυξε ψευδώς σε ομιλία του προς το έθνος στις 17 Δεκεμβρίου ότι «ο πληθωρισμός έχει σταματήσει να αυξάνεται» και ότι «οι τιμές έχουν μειωθεί». Την ίδια ημέρα ωστόσο τα στοιχεία για τον πληθωρισμό που δημοσιεύθηκαν πριν από την ομιλία έδειξαν ότι «οι μέσες τιμές καταναλωτή ήταν 2,7% υψηλότερες τον Δεκέμβριο απ’ ό,τι ήταν ένα χρόνο νωρίτερα και 0,3% υψηλότερες απ’ ό,τι τον Νοέμβριο». Δεν ήταν η μόνη φορά στον ένα χρόνο που ο Τραμπ κυβερνά τις ΗΠΑ που έλεγε ψέματα.
