Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαθέσει δισεκατομμύρια για την καταπολέμηση της πείνας και του υποσιτισμού στην υποσαχάρια Αφρική.
Ωστόσο, στη νέα έκθεσή του, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μεγάλο μέρος της βοήθειας αυτής δεν έφτασε στους πληθυσμούς με τις μεγαλύτερες ανάγκες και δεν πέτυχε βιώσιμα αποτελέσματα.
Η καταπολέμηση της πείνας βρίσκεται στον πυρήνα των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, στην επίτευξη των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευθεί να συμβάλει. Η ΕΕ διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια προσπάθεια, στηρίζοντας δράσεις στους τομείς της επισιτιστικής βοήθειας, της διατροφής, της επισιτιστικής ασφάλειας και της ανάπτυξης βιώσιμων συστημάτων τροφίμων.
Έχει μάλιστα διαθέσει σημαντική χρηματοδότηση για τον σκοπό αυτό. Μεταξύ του 2014 και του 2020, η ΕΕ
υπέγραψε συμβάσεις αξίας 17 δισ. ευρώ για πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της πείνας παγκοσμίως, και από το 2021 μέχρι το 2024 διέθεσε άλλα 6,2 δισ. ευρώ.
Το ήμισυ σχεδόν της χρηματοδότησης αυτής, δηλαδή περισσότερα από 11 δισ. ευρώ, αφορούσε την υποσαχάρια Αφρική.
Το ύψος της χρηματοδοτικής δέσμευσής της τοποθετεί την ΕΕ μεταξύ των μεγαλύτερων χορηγών βοήθειας
παγκοσμίως για την καταπολέμηση της πείνας. Έχει συμβάλει στην κινητοποίηση διεθνούς βοήθειας και
έχει δημιουργήσει ένα δίχτυ ασφαλείας για εκατομμύρια ανθρώπους αντιμέτωπους με το φάσμα της επισιτιστικής ανασφάλειας.
Το 2024, 295 εκατομμύρια άνθρωποι σε 53 χώρες ανά τον κόσμο βρέθηκαν αντιμέτωποι με υψηλά επίπεδα οξείας επισιτιστικής ανασφάλειας, και 13,7 εκατομμύρια περισσότεροι από ό,τι το 2023 χρειάστηκαν επείγουσα βοήθεια. Τα ποσοστά οξέος υποσιτισμού γυναικών και παιδιών συνέχισαν επίσης να αυξάνονται, με αποτέλεσμα περισσότερα από 37,7 εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών να υποφέρουν από σοβαρό
υποσιτισμό. Το ίδιο ισχύει στις περισσότερες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, όπου η κατάσταση δεν έχει
βελτιωθεί ουσιαστικά, καθώς, όπως διαπίστωσε το κλιμάκιο ελέγχου του ΕΕΣ, προκλήσεις όπως η επισιτιστική ανασφάλεια, ο υποσιτισμός και άλλα υποκείμενα ζητήματα δεν έχουν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.
«Με τον σημερινό ρυθμό προόδου, το 2030, εκατομμύρια άνθρωποι ακόμη θα υποσιτίζονται, εκατομμύρια παιδιά θα συνεχίσουν να πλήττονται από τις διάφορες μορφές δυσθρεψίας, και ο
στόχος βιώσιμης ανάπτυξης για “εξάλειψη της πείνας” θα εξακολουθεί να αποτελεί μακρινό όνειρο», δήλωσε η Bettina Jakobsen, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τον έλεγχο.
«Η βοήθεια της ΕΕ προς την υποσαχάρια Αφρική πρέπει να επικεντρωθεί συστηματικότερα στις περιοχές όπου το πρόβλημα είναι εντονότερο και να λάβει περισσότερο υπόψη τις τοπικές συνθήκες».
Το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν διέθετε σαφή και τεκμηριωμένη μεθοδολογία για την προτεραιοποίηση των περιφερειών και των κοινοτήτων με τις μεγαλύτερες ανάγκες, με αποτέλεσμα
τη μείωση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεών της. Επιπλέον, οι αδυναμίες στον σχεδιασμό των έργων, η ανεπαρκής παρακολούθηση, καθώς και οι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων
της επισιτιστικής ανασφάλειας υπονομεύουν περαιτέρω τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο της ενωσιακής στήριξης.
Οι δράσεις της ΕΕ είναι μεν ευθυγραμμισμένες με τις πολιτικές των χωρών-εταίρων και έχουν συμβάλει στην
επίτευξη προόδου, αλλά σημαντικές προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, οι συγκρούσεις και η οικονομική αστάθεια, εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη στις προσπάθειες για μείωση του υποσιτισμού και της επισιτιστικής ανασφάλειας. Αυτοί οι εξωτερικοί παράγοντες, οι οποίοι εκφεύγουν κατά πολύ του πεδίου αρμοδιότητας της ΕΕ, εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια για τη βιώσιμη πρόοδο.
Το ΕΕΣ καλεί την Επιτροπή να ενισχύσει την προσέγγισή της για την καταπολέμηση της πείνας και της
επισιτιστικής ανασφάλειας, βελτιώνοντας τη στόχευση της στήριξης και εφαρμόζοντας σαφή κριτήρια
προτεραιοποίησης. Συνιστά επίσης να βελτιωθεί ο σχεδιασμός των έργων, να ενισχυθεί η σύνδεση ανθρωπιστικής βοήθειας, ανάπτυξης και ειρήνης, να βελτιωθούν οι διαδικασίες παρακολούθησης και αναφοράς στοιχείων και να αυξηθεί η βιωσιμότητα των έργων ώστε να διασφαλιστεί μακροπρόθεσμος αντίκτυπος.
