Ένα ισχυρότατο λόμπι που χρηματοδοτείται από τις Google, Meta, Apple, Microsoft, Amazon και Uber φέρεται να βρίσκεται πίσω από την απόφαση του Τραμπ να ξεκινήσει εμπορικό πόλεμο με την Βραζιλία – ο οποίος συμπεριλαμβάνει δασμούς με πρόσχημα τις διώξεις που ασκούνται στον Μπολσονάρο και επίσημη έρευνα για τις εμπορικές πρακτικές της Βραζιλίας, μεταδίδει ρεπορτάζ του OpenDemocracy.
Το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ (USTR) ξεκίνησε την προηγούμενη εβδομάδα έρευνα για τις πολιτικές της Βραζιλίας στους τομείς του ψηφιακού εμπορίου, των ηλεκτρονικών πληρωμών, των προνομιακών δασμών, της καταπολέμησης της διαφθοράς, της προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας, των κανόνων εισαγωγής αιθανόλης και της παράνομης αποψίλωσης των δασών.
Ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε την έναρξη της έρευνας με επιστολή του προς τον Βραζιλιάνο πρόεδρο, Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, στις 9 Ιουλίου, στην οποία ανέφερε επίσης ότι από την 1η Αυγούστου θα επιβληθεί δασμός 50% σε βραζιλιάνικα προϊόντα, καταγγέλοντας τις ποινικές διώξεις κατά του πρώην προέδρου της Βραζιλίας και φίλου του Τραμπ, Ζαΐρ Μπολσονάρο, ως «κυνήγι μαγισσών».
Στην επιστολή, ο Τραμπ κατηγόρησε επίσης το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας ότι εξέδωσε «εκατοντάδες ΜΥΣΤΙΚΕΣ και ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ εντολές λογοκρισίας σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης των ΗΠΑ», απειλώντας τη χώρα με πρόστιμα εκατομμυρίων δολαρίων αλλά και απομάκρυνση των ψηφιακών πλατφορμών από την αγορά της Βραζιλίας.
Οι καταγγελίες αυτές αντικατοπτρίζουν τη θέση της Computer & Communications Industry Association (CCIA), μιας ισχυρής ομάδας πίεσης που εκπροσωπεί τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Εντολοδόχος των Big Tech ο Τραμπ
Τον Οκτώβριο του 2023, η CCIA υπέβαλε αναφορά στην κυβέρνηση των ΗΠΑ στο πλαίσιο δημόσιας διαβούλευσης για τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι αμερικανικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό. Στην έκθεση της, αναφέρθηκε εκτενώς στη Βραζιλία και τις πολιτικές της που, σύμφωνα με την ομάδα, πλήττουν άμεσα τα συμφέροντα των Big Tech.
Λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση του Τραμπ πως θα ξεκινήσει επίσημη έρευνα για τις βραζιλιάνικες πρακτικές, η CCIA χαιρέτισε δημόσια την απόφαση, δηλώνοντας: «Η CCIA χαιρετίζει την απόφαση της κυβέρνησης να μεριμνήσει για τα εμπόδια που βάζει η Βραζιλία στις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, μέσω μιας ενδελεχούς έρευνας στο πλαίσιο του Άρθρου 301».
Το Άρθρο 301 του Νόμου Εμπορίου των ΗΠΑ (1974) επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση να ερευνά άδικες εμπορικές πρακτικές και να επιβάλλει κυρώσεις. Ο Τραμπ το έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν ενάντια σε Κίνα, Ινδία και χώρες της Ε.Ε.
Η CCIA δήλωσε ακόμη: «Αναμένουμε αυτές οι ενέργειες να φέρουν ανακούφιση στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των ΗΠΑ στη Βραζιλία και να επαναφέρουν τη δικαιοσύνη».
Ζητά να αλλάξει σχεδόν όλο το νομοθετικό πλαίσιο για τις Big Tech
Το θράσος του αμερικανικού λόμπι αναδεικνύεται γλαφυρά στις απαιτήσεις που έχει και τις οποίες παραθέτει στην αναφορά που έστειλε στην αμερικανική κυβέρνηση.
Επι της ουσίας ζητά παρέμβαση στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της βραζιλιάνικης κυβέρνησης για τον περιορισμό της ηγεμονίας τους στην βραζιλιάνικη αγορά.
Αναλυτικά οι εξωφρενικές παρεμβάσεις που ζητά:
Η αναφορά του λόμπι υπενθύμισε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας απαγόρευσε το «X» του Ίλον Μασκ να λειτουργεί στη χώρα τον Αύγουστο 2024 λόγω μη συμμόρφωσης με νομικές απαιτήσεις και επιβολής προστίμου 5 εκατομμυρίων δολαρίων. Η CCIA υποστήριξε ότι η απαγόρευση αυτή απειλεί την επενδυτική εμπιστοσύνη και ενδέχεται να αποτελεί πρόδρομος ενός αυταρχικού καθεστώτος.
Παράλληλα, η CCIA κάλεσε την Ουάσιγκτον να πιέσει τη Βραζιλία να αναγνωρίσει τις αμερικανικές πρακτικές ως επαρκείς και να απορρίψει το νομοσχέδιο 4097/2023 περί «ψηφιακής κυριαρχίας», το οποίο προβλέπει την απόκτηση του 25% των ξένων εταιρειών από τις βραζιλιάνικες τοπικές αρχές.
Στην αναφορά της βάλει κατά του αποκαλούμενου «φόρου στις μπλούζες», το οποίο προβλέπει δασμούς της τάξης του 20% σε παραγγελίες κάτω των 50 δολαρίων από το εξωτερικό, με το σκεπτικό ότι εμποδίζει το ηλεκτρονικό εμπόριο και προτείνει να αυξηθεί το όριο στα 100 δολάρια.
Η CCIA αντιτίθεται και στο νομοσχέδιο AI 2338/2023, που απαιτεί μέτρα για την αποφυγή μεροληψίας και διάκρισης, καθώς και υποχρεωτική αποζημίωση για πνευματικά δικαιώματα περιεχομένου που χρησιμοποιείται για εκπαίδευση AI. Θεωρεί ότι οι απαιτήσεις αυτές θα περιορίσουν την ανάπτυξη εφαρμογών AI από αμερικανικές εταιρείες στη Βραζιλία.
Ενστάσεις έχει και για το νομοσχέδιο 2768/2022 που παρέχει στην Anatel, την αρμόδια αρχή τηλεπικοινωνιών, δικαιώματα εποπτείας και επιβολής προστίμων σε ψηφιακές πλατφόρμες με έσοδα άνω των 12,5 εκατ. δολαρίων, καθώς δίνει υπερβολικές εξουσίες σε μια ρυθμιστική αρχή που αντιμετωπίζει ως ανταγωνιστικές τις αμερικανικές εταιρείς.
Δυσανεξία στο λόμπι προκαλεί και το διάταγμα 1262/24 που βάζει ένα ελάχιστο φόρο της τάξης του 15% σε πολυεθνικές, σύμφωνα με τις αρχές του ΟΟΣΑ. Η CCIA το θεωρεί δυσανάλογο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και ζητά στενή παρακολούθηση.
Τέλος, επιθυμεί την αμερικανική παρέμβαση στο τέλος χρήσης δικτύου που έχει επιβάλλει η αρμόδια αρχή τηλεπικοινωνιών στις μεγάλες εταιρείες καθώς στιγματίζει αρνητικά τις αμερικανικές υπηρεσίως, ενώ το σχέδιο νόμου 2804/2024 που προβλέπει την επιβολή τέλους 5% των εν λόγων μεγάλων αμερικανικών εταιρειών παραβιάζει, κατά την CCIA, την ουδετερότητα του ανταγωνισμού.
