Σε αναμμένα κάρβουνα κάθεται ξανά η Wall Street και οι υπόλοιπες αγορές της υφηλίου μετά την υποβάθμιση του αξιόχρεου των ΗΠΑ. Η Moody’s προχώρησε την περασμένη Παρασκευή το βράδυ σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των ΗΠΑ κατά μία βαθμίδα –σε Αα1 από τη βέλτιστη αξιολόγηση ΑΑΑ–, επικαλούμενη το αυξανόμενο εθνικό χρέος, τις όλο και μεγαλύτερες πληρωμές τόκων και την άρνηση κυβερνήσεων και Κογκρέσου να συγυρίσουν τα δημοσιονομικά της χώρας.
Ο οίκος αξιολόγησης επεσήμανε ότι για περισσότερο από μία δεκαετία, το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ αυξάνεται συνεχώς εξαιτίας των συνεχών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι ομοσπονδιακές δαπάνες αυξάνονταν διαρκώς, ενώ οι φορολογικές περικοπές μείωναν τα έσοδα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Συνολικά από το 2001 οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ δαπανούν κάθε χρόνο περισσότερα χρήματα από αυτά που εισπράττουν.
Αποτέλεσμα είναι τεράστια ελλείμματα, που έχουν φτάσει το χρέος στο εκρηκτικό ποσό των 36 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Καθώς τα ελλείμματα και το χρέος αυξάνονταν, αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια και τα επιτόκια, με αποτέλεσμα η εξυπηρέτηση του χρέους να γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτη. Στο τελευταίο οικονομικό έτος η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπάνησε 881 δισ. δολάρια για πληρωμές τόκων, υπερτριπλάσια αυτών που δαπάνησε αντίστοιχα το 2017 και περίπου όσα δαπανά για την άμυνα.
Η Moody’s ήταν ο τελευταίος από τους τρεις κορυφαίους οίκους αξιολόγησης, μετά την S&P Global και τη Fitch, που προχώρησε στην υποβάθμιση του αξιόχρεου των ΗΠΑ. Είναι μάλιστα η μοναδική φορά που υποβαθμίζει τις ΗΠΑ από το 1949. Ο πρώτος οίκος που υποβάθμισε το αξιόχρεο των ΗΠΑ ήταν η S&P το 2011 (πρώτη φορά από το 1941, όταν της έδωσε ΑΑΑ) και ακολούθησε η Fitch το 2023.
Η υποβάθμιση της Moody’s όπως ήταν φυσικό έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στις αγορές που βρίσκονταν σε φάση ανάκαμψης τις τελευταίες εβδομάδες μετά την εμπορική συμφωνία ΗΠΑ – Κίνας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης μεταβλητότητας VIX, που αντικατοπτρίζει την αστάθεια της αγοράς, εκτοξεύθηκε χθες 12,88% υψηλότερα. Στη Wall Street ο Dow Jones κατέγραφε δύο ώρες πριν το κλείσιμο της χθεσινής συνεδρίασης πτώση 200 μονάδων ή 0,5%, ο ευρύτερος S&P 500 υποχωρούσε 0,8%, ενώ ο δείκτης μετοχών υψηλής τεχνολογίας Nasdaq 1,5%. Νωρίτερα, τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια έκλεισαν με μέσες απώλειες 0,5%.
Οι επιπτώσεις της υποβάθμισης ήταν πιο έκδηλες στην αγορά ομολόγων. Οι επενδυτές πούλησαν αμερικανικά ομόλογα, με αποτέλεσμα η απόδοση του 10ετούς ομολόγου αναφοράς να αυξηθεί πάνω από το 4,5%, ενώ η απόδοση του 30ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 5%, προσεγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 μηνών. Το δολάριο υποχώρησε κατά 0,8% έναντι ενός καλαθιού νομισμάτων, με την ισοτιμία ευρώ – δολαρίου να προσεγγίζει τα 1,1261 δολάρια. Ο χρυσός, παραδοσιακό ασφαλές καταφύγιο, κατέγραψε άνοδο 1,5% στα 3.235 δολάρια ανά ουγκιά.
Υποσχέσεις
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ προσπάθησε να καθησυχάσει την αγορά, υποστηρίζοντας ότι η υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης βασίστηκε σε ξεπερασμένες πληροφορίες. Διεμήνυσε ότι το φορολογικό νομοσχέδιο που προωθείται αυτήν την περίοδο στο Κογκρέσο θα ενισχύσει την αμερικανική οικονομία, οδηγώντας σε μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Η λόγος χρέους/ΑΕΠ των ΗΠΑ ήταν 92% το δεύτερο τρίμηνο του 2011, όταν πρώτη η S&P υποβάθμισε το χρέος. Σήμερα όμως ανέρχεται στο 123% του ΑΕΠ. Οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές έχουν άλλη γνώμη και προειδοποιούν ότι το «όμορφο νομοσχέδιο» του Τραμπ –που δίνει γενναίες φοροελαφρύνσεις στους πλουσίους και τις επιχειρήσεις– θα μπορούσε να αυξήσει το χρέος κατά ακόμα 3,8 τρισ. δολάρια.
Δασμοί
Σαν να μην έφταναν αυτά, οι επενδυτές έχουν ακόμα έναν λόγο για να ανησυχούν, καθώς ο Μπένσετ δήλωσε την Κυριακή ότι, αν οι δεκάδες χώρες που επλήγησαν από τους «αμοιβαίους» δασμούς του Τραμπ δεν καταφέρουν να καταλήξουν σε εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, τότε θα κληθούν να αντιμετωπίσουν δασμούς έως και 50%, τους ίδιους δασμούς που ανακοίνωσε ο Τραμπ στις 2 Απριλίου (την «Ημέρα Απελευθέρωσης») και ανέστειλε μια εβδομάδα μετά εν μέσω καθίζησης των χρηματιστηρίων.
Οι αγορές πετούσαν σε ιστορικά υψηλά ώς τα μέσα Φεβρουαρίου εν μέσω ξέφρενου ενθουσιασμού για την έλευση Τραμπ στον Λευκό Οικο. Οταν ο Τραμπ άρχισε να ξεδιπλώνει τον εμπορικό του πόλεμο, ο ενθουσιασμός αυτός αντικαταστάθηκε από τον φόβο, ωθώντας τους επενδυτές σε έξοδο από αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, σε αυτό που οι παρατηρητές της αγοράς ονόμασαν «sell America». Το ξεπούλημα οδήγησε σε κατάρρευση ομόλογα, δολάριο και τις μετοχές στα πρόθυρα της αγοράς «αρκούδων» (–20%). Η τρίμηνη αναστολή των δασμών στα μέσα Απριλίου καθησύχασε κάπως και πυροδότησε ανάκαμψη. Η υποβάθμιση του χρέους ανατρέπει αυτήν την τροχιά.
