Σε τεράστια υποβάθμιση των προβλέψεών της για την ανάπτυξη της οικονομίας φέτος προχώρησε χθες η γερμανική κυβέρνηση, καθώς η αδύναμη παγκόσμια ζήτηση, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και ο υψηλός πληθωρισμός μειώνουν τις ελπίδες για ταχεία ανάκαμψη.
Το γερμανικό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε χθες, στο πλαίσιο της ετήσιας οικονομικής έκθεσης της κυβέρνησης, την αναθεωρημένη εκτίμηση του υπουργείου Οικονομικών για ανάπτυξη 0,2% το 2024, πολύ χαμηλότερα από το 1,3% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψή της. Η νέα εκτίμηση είναι σημαντικά χαμηλότερη και από την προ τριμήνου πρόβλεψη 0,7% των οικονομικών συμβούλων της. Η μεγαλύτερη οικονομία της Ε.Ε. παραπαίει τα τελευταία τρίμηνα μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης καθώς πλήττεται από αυτό που ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Ρόμπερτ Χάμπεκ έχει περιγράψει ως «τέλεια καταιγίδα».
«Βγαίνουμε από την κρίση πιο αργά απ’ ό,τι ελπίζαμε», τόνισε χθες ο Χάμπεκ παρουσιάζοντας την έκθεση, προσθέτοντας ότι «η αστάθεια του παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος και η ιστορικά χαμηλή ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου αποτελούν πρόκληση για μια εξαγωγική οικονομία όπως η Γερμανία». Η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η χαμηλότερη ζήτηση από αγορές όπως η Κίνα ήταν μεταξύ των εμποδίων για την ανάκαμψή της. Επίσης, ο μεγάλος βιομηχανικός τομέας της Γερμανίας έχει πληγεί ιδιαίτερα από την απώλεια των φτηνών εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου ενώ οι αλλεπάλληλες αυξήσεις των επιτοκίων από την ΕΚΤ στραγγάλισαν τις επενδύσεις. Ο υψηλός πληθωρισμός και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, που οδηγούν σε μείωση της εγχώριας ζήτησης, συνιστούν τέλος ακόμη ένα εμπόδιο για την ανάκαμψη.
Στην έκθεσή της η γερμανική κυβέρνηση προβλέπει ακόμη την υποχώρηση του πληθωρισμού από 5,9% το 2023 σε 2,8% φέτος. Ο Χάμπεκ, ο οποίος είναι και αντικαγκελάριος της Γερμανίας, διεμήνυσε χθες ότι ο πληθωρισμός έχει πια «τιθασευτεί». Είπε επίσης ότι «οι αυξήσεις των μισθών (που συμφωνούνται μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων) είναι αισθητές και θα είναι πάνω από τον πληθωρισμό φέτος», προσθέτοντας ότι «οι εργαζόμενοι έχουν επιτέλους ξανά περισσότερο πραγματικό χρήμα στα πορτοφόλια τους και η αγοραστική τους δύναμη αυξάνεται».
