Παρά τις απανωτές προκλήσεις -πανδημία του κορονοϊού, ύφεση που πυροδότησαν οι καραντίνες, διαταραχή των αλυσίδων προσφοράς, ενεργειακή κρίση, εκτόξευση πληθωρισμού- που όπως και οι υπόλοιποι εταίροι της στην ευρωζώνη κλήθηκε να αντιμετωπίσει, η ισπανική κυβέρνηση του Σοσιαλιστή πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ κατάφερε στα 3,5 χρόνια που κυβερνά να επιτύχει ένα μικρό θαύμα.
Θέτοντας ως βασική προτεραιότητα τις ανάγκες των πολλών αντί για τα κέρδη των ολίγων, ο κυβερνητικός συνασπισμός Σοσιαλιστών και Αριστεράς (Podemos) απέδειξε ότι οι αναδιανεμητικές πολιτικές υπέρ των πιο αδύναμων και ο έλεγχος των αγορών από το κράτος όχι μόνο δεν βλάπτουν, αλλά αντίθετα πριμοδοτούν την ανάπτυξη της οικονομίας.

Η τελευταία πράξη αυτών των πολιτικών καταγράφηκε την περασμένη Τρίτη όταν το υπουργικό συμβούλιο παραμέρισε την αέναη κινδυνολογία των Ευρωπαίων κεντρικών τραπεζιτών περί πρόκλησης πληθωριστικών πιέσεων από τις αυξήσεις των μισθών, εγκρίνοντας ακόμη μία αύξηση του κατώτατου μισθού –κατά 8%– που τον ανεβάζει στα 1.080 ευρώ μικτά.
Η αύξηση, της τάξης των 80 ευρώ, θα ισχύσει αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου και θα ωφελήσει περί τα 2,5 εκατομμύρια εργαζομένους, και ειδικά γυναίκες, νέους, εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και όσους απασχολούνται σε υπηρεσίες και αγροτικό τομέα. Από τα 735 ευρώ που ήταν στις αρχές του 2019 πριν αναλάβει τα ηνία της Ισπανίας η κυβέρνηση Σάντσεθ, ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί 5 φορές, συνολικά κατά 345 ευρώ ή σχεδόν… 47%. Ο Σάντσεθ έχει υποσχεθεί αύξησή του στο 60% του μέσου μισθού ώς τα τέλη της θητείας του παρόντος Κοινοβουλίου στα τέλη του 2023 και όπως όλα δείχνουν, θα το επιτύχει.
Σε πλήρη αντίθεση με τις αιτιάσεις εργοδοτών και κεντρικών τραπεζιτών, αυτή η μεγάλη αύξηση στις αποδοχές των εργαζομένων δεν έχει οδηγήσει μέχρις στιγμής σε σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις. Τον Ιανουάριο ο δείκτης τιμών καταναλωτή ήταν στο 5,9%. Αν και υψηλότερος σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2022 (5,5%), ήταν αρκετά χαμηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο της ευρωζώνης (8,5%). Αξίζει να σημειωθεί ότι τον περασμένο Ιούλιο ο πληθωρισμός της Ισπανίας χτυπούσε υψηλό 38ετίας, στο 10,9%.
Το μάζεμά του δεν είναι άμοιρο των παρεμβάσεων της κυβέρνησης στην αγορά ενέργειας που αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επέμεναν να παραμείνει… ελεύθερη, καίγοντας μυριάδες Ευρωπαίους καταναλωτές. Η ισπανική κυβέρνηση όπως και η πορτογαλική πάλεψαν στην Ε.Ε. και κατάφεραν να αποκτήσουν το δικαίωμα επιβολής ανώτατου ορίου στην τιμή του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Η επιβολή του πλαφόν από αυτήν το προηγούμενο καλοκαίρι είχε αποτέλεσμα οι τιμές να υποχωρήσουν και η χώρα της Ιβηρικής να είναι μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. με τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα η κυβέρνηση Σάντσεθ εισήγαγε ανώτατο όριο και στα ενοίκια το οποίο συγκράτησε την αύξησή τους μόλις στο 2%. Τα μέτρα αυτά συνετέλεσαν στη συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων και ανακούφισαν τους καταναλωτές.
Κατάργηση ΦΠΑ
Οι τελευταίοι ελαφρύνθηκαν σημαντικά και από τη μείωση των έμμεσων φόρων, μεταξύ των οποίων και η κατάργηση του ΦΠΑ πρόσφατα σε βασικά είδη διατροφής, όπως ψωμί, αλεύρι, γάλα, αυγά, τυρί, φρούτα, λαχανικά. Στην ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η γενναία επιδότηση των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Εν αντιθέσει με άλλες συντηρητικές κυβερνήσεις της ευρωζώνης, η ισπανική δεν δίστασε να χρηματοδοτήσει αυτές τις δαπάνες με την επιβολή έκτακτης εισφοράς αλληλεγγύης σε τράπεζες, εταιρείες ενέργειας και πολυεκατομμυριούχους.
Αντίθετα με όσα θα περίμενε ένας νεοφιλελεύθερος οικονομικός νους, οι παρεμβάσεις της ισπανικής κυβέρνησης δεν λειτούργησαν τελικά σε βάρος της ανάπτυξης. Με κινητήρες τον τουρισμό και τον κατασκευαστικό τομέα, η ισπανική οικονομία πέτυχε πέρυσι ανάπτυξη 5,5%, που συνιστά ρεκόρ 20ετίας και είναι δύο ποσοστιαίες υψηλότερη από τον μέσο όρο που πέτυχε αντίστοιχα ολόκληρη η ευρωζώνη. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ είναι δε ότι η ισπανική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με υψηλότερο ρυθμό από αυτόν της ευρωζώνης, τόσο φέτος (4,4% έναντι 0,7%) όσο και το 2024 (2,3% έναντι 1,6%).
