Με μοναδική ευχή να μην ξανάρθει χρονιά όπως το 2002 υποδέχεται η πλειονότητα των επενδυτών το νέο έτος. Δεκατέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια ήταν μόνο οι συνολικές απώλειες των χρηματιστηρίων παγκοσμίως πέρσι, στη δεύτερη χειρότερη χρονιά της ιστορίας τους, ενώ τρισεκατομμύρια ακόμη εξανεμίστηκαν από τις αγορές ομολόγων, τα κρυπτονομίσματα και τις ακραίες διακυμάνσεις στις αγορές εμπορευμάτων. Οι απώλειες αυτές σημειώθηκαν πάρα τα τρία άνω του 10% ράλι των τιμών των μετοχών στη διάρκειά του 2022 και η βασική αιτία ήταν η ραγδαία αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες και άντληση ρευστότητας από τις αγορές. Συνολικά πέρσι καταγράφηκαν πάνω από 300 αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες του πλανήτη και οι κινητήριες δυνάμεις πίσω από αυτές ήταν ο καλπάζων πληθωρισμός και ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Ο πληθωρισμός, ο βαθμός επιθετικότητας των κεντρικών τραπεζιτών στις επόμενες αποφάσεις τους για τη νομισματική πολιτική, η πολυαναμενόμενη ύφεση και η πορεία των επιχειρηματικών κερδών αναμένεται να αποτελέσουν και φέτος τους παράγοντες που θα επηρεάσουν κυρίως την πορεία των διεθνών αγορών. Το μεγαλύτερο ίσως ερώτημα για τους επενδυτές είναι το αν η παγκόσμια οικονομία θα καταφέρει να προσγειωθεί ομαλά ή θα βυθιστεί σε ύφεση, όπως πολλοί επενδυτές και οικονομολόγοι προεξοφλούν. Εάν η προβλεπόμενη ύφεση χτυπήσει την αμερικανική οικονομία άμεσα, στο τρίμηνο του έτους, τότε όπως επισημαίνουν αρκετοί αναλυτές η πτώση στα χρηματιστήρια θα συνεχιστεί. Τα ιστορικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι μια πτωτική αγορά -όπως η τρέχουσα- δεν φτάνει ποτέ στο ναδίρ της πριν από το ξεκίνημα μιας ύφεσης. Επίσης η μέση πτώση των μετοχών στη διάρκειά των υφέσεων που σημειωθήκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στις ΗΠΑ ανέρχεται στο 29%. Υπάρχει δηλαδή περιθώριο περαιτέρω απωλειών από το -20% που καταγράφηκε πέρσι. Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί ότι της καθίζησης αυτής έπεται συνήθως μια ισχυρή ανάκαμψη.
Ακόμη μια ανησυχία των επενδυτών είναι το ενδεχόμενο οι προβλέψεις για τα κέρδη των επιχειρήσεων να μην έχουν συνυπολογίσει πλήρως το μέγεθος της οικονομικής συρρίκνωσης που επίκειται. Οι ευρύτερες εκτιμήσεις των αναλυτών για τα φετινά κέρδη των εταιρειών που συμμετέχουν στη διαμόρφωση του δείκτη τής Wall Street S&P 500, για παράδειγμα, είναι αύξησή τους κατά 4,4%. Ωστόσο οι στατιστικές υποδεικνύουν ότι κατά τη διάρκεια των υφέσεων η μέση ετησία πτώση των επιχειρηματιών κερδών ανέρχεται σε 24%. Σε αυτό το πλαίσιο το ζητούμενο για τους επενδυτές είναι ποιες εταιρείες θα καταφέρουν να υπερασπιστούν τα περιθώρια κέρδους τους. Και ακόμη, αν εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία προσφέρουν καλύτερες αποδόσεις από τις μετοχές.
Ας σημειωθεί ότι οι αποδόσεις των ομολόγων προσφέρουν ήδη μια καλή επένδυση και είναι λογικό κάποια κεφάλαια να μετακινούνται ήδη προς αυτά. Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου άγγιξε την περασμένη Παρασκευή το 3,856% έναντι 1,628% στο ξεκίνημα του 2022 και του ιστορικού χαμηλού 0,55% που είχε σημειώσει τον Ιούνιο του 2020. Οι 10ετείς αμερικανικοί τίτλοι και οι αντίστοιχοι γερμανικοί, δείκτες αναφοράς των διεθνών αγορών χρέους, είχαν βυθιστεί στο α εξάμηνο του 2022 χάνοντας 17% και 25% σε όρους δολαρίου. Η ραγδαία άνοδος των επιτοκίων από τις Fed και ΕΚΤ (+4% και +2,5% αντίστοιχα) στη διάρκεια του 2022 ανέστρεψε αυτή την πορεία καθιστώντας ελκυστικότερους τους τίτλους αυτούς. Κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το περιβάλλον χαμηλών αποδόσεων που κυριάρχησε για περισσότερο από μία δεκαετία.
Μεγάλος κερδισμένος της αύξησης των επιτοκίων ήταν και το δολάριο. Η άνοδος έναντι του ευρώ και των άλλων νομισμάτων συνεχίστηκε ώς τις αρχές του προηγουμένου μήνα. Τις τελευταίες εβδομάδες του 2022 το αμερικανικό νόμισμα έχασε μέρος από τα κέρδη του. Η συνέχεια των απωλειών θα εξαρτηθεί από τη θέαση των επενδυτών για το ποσό πιο επιθετική θα είναι φέτος η Fed από τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες του κόσμου.
