Σε συμφωνία τεσσάρων ετών για δάνειο 2,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατέληξε η Σρι Λάνκα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, λόγω της χειρότερης οικονομικής κρίση της χώρας.
Το πακέτο διάσωσης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αύξηση φόρων, περικοπή δαπανών, ενίσχυση προγραμμάτων ανακούφισης, μεταρρυθμίσεις στη φορολογία και την τιμολόγηση της ενέργειας, αναπλήρωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων και εισαγωγή ενός ισχυρότερου νομικού πλαισίου κατά της διαφθοράς.
Από το ΔΝΤ υποστηρίζουν πως η προκαταρκτική συμφωνία θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής και μακροοικονομικής σταθερότητας, όπως επίσης της βιωσιμότητας του χρέους, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 51 δισ. δολάρια, εκ των οποίων τα 28 δισ. πρέπει να αποπληρωθούν έως το 2028.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Κολόμπο, ο Peter Breuer από το ΔΝΤ ισχυρίστηκε πως δεδομένου ότι το χρέος της Σρι Λάνκα είναι επί του παρόντος μη βιώσιμο, ο δανειστής θα πρέπει να προχωρήσει μια δέσμευση μεταξύ της χώρας και των πιστωτών της προτού μπορέσει να δεσμεύσει πόρους.
Έσπευσε δε να σημειώσει πως «εάν οι πιστωτές δεν είναι πρόθυμοι να παράσχουν αυτές τις διαβεβαιώσεις, αυτό θα βαθύνει την κρίση στη Σρι Λάνκα και θα υπονομεύσει την ικανότητα αποπληρωμής της».
Η Σρι Λάνκα αντιμετωπίζει μια άνευ προηγουμένου κρίση με ελλείψεις σε βασικά είδη όπως καύσιμα, φάρμακα και αέριο λόγω και της σοβαρής έλλειψης ξένου συναλλάγματος.
Η οικονομία αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 8,7% το 2022 με τον πληθωρισμό να αυξάνεται πάνω από το 60%, εκτίμησε το ΔΝΤ σημειώνοντας ότι ο αντίκτυπος είναι μεγαλύτερος στους φτωχούς και ευάλωτους.
Χθες ο πρόεδρος της Σρι Λάνκα, Ρανίλ Γουικρεμεσίνγκε, δήλωσε ότι οι συνομιλίες με το Ταμείο έφτασαν επιτυχώς στο τελικό στάδιο καθώς παρουσίασε έναν ενδιάμεσο προϋπολογισμό με στόχο την απόκτηση του πακέτου διάσωσης.
Ο νέος προϋπολογισμός παρουσιάστηκε εν μέσω σχετικής ηρεμίας μετά από μήνες διαδηλώσεων, που ανέτρεψαν την πάλαι ποτέ ισχυρή πολιτική δυναστεία Ραγιαπάκσε με τον τέως πρόεδρο να αναγκάζεται να δραπετεύσει πρόσφατα αεροπορικώς από τη χώρα.
Από όταν έγινε πρόεδρος ο Γουικρεμεσίνγκε έδωσε εντολή για καταστολή των παλλαϊκών διαμαρτυριών με τους πολίτες να πέφτουν θύματα της βίας από την αστυνομία και το στρατό.
Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν διαλύσει τον μεγαλύτερο καταυλισμό διαδηλωτών έξω από το προεδρικό γραφείο στο Κολόμπο, προχωρώντας σε ξυλοδαρμούς, καταστροφές και συλλήψεις.
Η χρήση του σκληρού αντιτρομοκρατικού νόμου για τη σύλληψη εξέχουσας προσωπικότητας των κινητοποιήσεων οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ να εγείρουν ανησυχίες για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
