Η εισβολή του οργισμένου λαού της Σρι Λάνκα στο προεδρικό μέγαρο το περασμένο Σάββατο δεν είναι μόνο απόρροια της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που ταλανίζει την ασιατική χώρα αλλά και μιας χρόνιας πολιτικής εξαπάτησης και λεηλασίας του δημόσιου πλούτου της. Πολύ πριν από τον σημερινό καλπασμό των διεθνών τιμών ενέργειας και τροφίμων, πολύ πριν από τη στάση πληρωμών του περασμένου Απριλίου, η νησιωτική χώρα της Ασίας βίωνε παρατεταμένη οικονομική κακοδιαχείριση από την οικογένεια του υπό παραίτηση σημερινού προέδρου της χώρας Γκοταμπάγια Ρατζαπάκσα, ανάλογη με αυτήν που οδήγησε πριν από μερικά χρόνια τη χώρα μας στα μνημόνια.
Η οικονομία της Σρι Λάνκα άρχισε πραγματικά να «ξεδιπλώνεται» όταν ο αδελφός του Γκοταμπάγια, Μαχίντα Ρατζαπάκσα, ήταν πρόεδρος, μεταξύ 2005 και 2015. Μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου και την ήττα των αυτονομιστών Tamil Tiger το 2009, τόσο οι ξένες άμεσες επενδύσεις όσο και οι ροές επενδύσεων χαρτοφυλακίου από το εξωτερικό άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η εισροή ξένων κεφαλαίων διευκολύνθηκε από τα υψηλά κεφαλαιακά πλεονάσματα που είχε η Κίνα αλλά και από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008 που επέβαλε τη χαλαρή νομισματική πολιτική παγκοσμίως και κατέστησε ευκολότερο και φτηνότερο τον δανεισμό τής Σρι Λάνκα.
Αν και θεαματική στα νούμερα, η οικονομική ανάπτυξη που καταγράφηκε στην περίοδο διακυβέρνησης του Μαχίντα Ρατζαπάκσα ήταν ενός συγκεκριμένου τύπου και γνωστή στην ελληνική πραγματικότητα: μεγάλης κλίμακας έργα υποδομής, όπως αυτοκινητόδρομοι, ένα αεροδρόμιο και ένας πύργος, που όμως ήταν βουτηγμένα στη διαφθορά και είχαν μικρή απόδοση και οφέλη για το κράτος. Τα έργα αυτά, αντίθετα, γέμισαν με ζεστό χρήμα τις τσέπες μιας πολιτικά διαπλεκόμενης, οικονομικά προστατευόμενης και παρασιτικής τάξης επιχειρηματιών. Οι επικριτές του οικοδομήματος αυτού εκφοβίστηκαν και απομονώθηκαν, δημοσιογράφοι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν και ένα κύμα διάχυτου φόβου και αυτολογοκρισίας κυριάρχησε για χρόνια.
Το 2015 μια νέα κυβέρνηση συνασπισμού κομμάτων επιχείρησε να αλλάξει την πορεία αυτή χτυπώντας τη διαφθορά, μαζεύοντας τα ξεχειλωμένα δημοσιονομικά μεγέθη και ανοίγοντας την οικονομία στον διεθνή ανταγωνισμό. Προχώρησε σε φορολογική μεταρρύθμιση και σε σειρά αλλαγών που είχαν στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Η Σρι Λάνκα βρισκόταν ήδη σε δύσκολη μακροοικονομική θέση καθώς δεν εισέπραττε αρκετά για να αποπληρώνει τους δανειστές της. Οι κυβερνήσεις της απάλλασσαν επί δεκαετίες από τη φορολογία επιχειρήσεις και πλούσιους, ενώ οι χαμηλές εξαγωγικές επιδόσεις αποστερούσαν πολύτιμο συνάλλαγμα. Ετσι, μεταξύ 2015 και 2019, σχεδόν το 90% του νέου δανεισμού του κράτους κατευθυνόταν αποκλειστικά και μόνο για την αποπληρωμή τόκων ανεξόφλητων δανείων που είχαν συσσωρευτεί ώς το τέλος του 2014.
Ασφάλεια και… πατρίδα
Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια της κυβέρνησης αυτής εκτροχιάστηκε ωστόσο από την πολιτική αστάθεια η οποία επιδεινώθηκε μετά τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας το Πάσχα του 2019. Η οικογένεια Ρατζαπάκσα, που βρισκόταν τότε στην αντιπολίτευση, πολέμησε τις μεταρρυθμίσεις ενώ χρησιμοποίησε τις τρομοκρατικές επιθέσεις για να πουλήσει ασφάλεια και πατριωτισμό στις φοβισμένες μάζες.
Επανήλθε στην εξουσία το 2019 εκλέγοντας πρόεδρο τον Γκοταμπάγια, ο οποίος αντί να κλείσει τις τρύπες στην οικονομία επανήλθε στα παλιά, προσφέροντας γην και ύδωρ στους διαπλεκόμενους επιχειρηματίες και οξύνοντας τον εθνικισμό και τον φυλετικό διαχωρισμό μεταξύ των διαφορετικών ομάδων του πληθυσμού. Τροποποίησε το Σύνταγμα για να υποβαθμίσει την ανεξαρτησία σημαντικών θεσμών, όπως το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Επιτροπή Ερευνας Διαφθοράς και Δωροδοκιών, μείωσε κι άλλο τους φόρους για τις επιχειρήσεις, αύξησε τις φοροελαφρύνσεις των πλουσίων ενώ χρησιμοποίησε τη ρητορική της αυτάρκειας για να ενισχύσει τον προστατευτισμό και να επιβάλει περιορισμούς υπέρ των φίλιων εγχώριων οικονομικών συμφερόντων που κατέστησαν τη Σρι Λάνκα σχεδόν κλειστή οικονομία.
Η μεγαλύτερη αποτυχία αυτής της πολιτικής ήταν η απαγόρευση των εισαγόμενων χημικών λιπασμάτων που οδήγησε στην κατάρρευση της γεωργικής παραγωγής πέρυσι και σε απώλεια πολύτιμων εσόδων από τις εξαγωγές τσαγιού και καουτσούκ. Η κυβέρνηση αυτή ξόδεψε περισσότερα για την άμυνα απ’ όσα στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, ενώ κατέστειλε εκ νέου κάθε κριτική εναντίον της συλλαμβάνοντας χωρίς κατηγορίες, βάσει ενός δρακόντειου νόμου που θέσπισε περί πρόληψης της τρομοκρατίας, και εκφοβίζοντας δημοσιογράφους και ακτιβιστές.
Με συμμάχους απατεώνες κεφαλαιοκράτες, κρατικά μέσα ενημέρωσης, ισχυρούς ιδιωτικούς ομίλους μέσων ενημέρωσης, «πουλώντας» πατριωτισμό και εθνοτική υπεροχή στους σιναλέζους βουδιστές, που συνιστούν το 70% του πληθυσμού, κατάφερε να επιβάλει ξανά το φαύλο και αυταρχικό της καθεστώς. Εξέλαβε δε την οικονομική κατάρρευση ως βραχυπρόθεσμη κρίση συναλλάγματος και ρευστότητας και «κλότσησε το κουτί παρακάτω στον δρόμο», αναχρηματοδοτώντας το χρέος με πιστώσεις από την Ινδία και την Κίνα.
Καθώς όμως η χώρα συνέχισε να χάνει συναλλαγματικά αποθέματα για να αποπληρώνει τους δανειστές, κάποια στιγμή το καθεστώς Ρατζαπάκσα ξέμεινε όπως ήταν φυσικό από μετρητά που χρειάζονταν για να καλυφθούν οι βασικές ανάγκες, όπως τα καύσιμα, τα φάρμακα και τα τρόφιμα. Και κει τελείωσαν τα ψέματα και η πολιτική εξαπάτηση. Καθώς οι ουρές στα βενζινάδικα μεγάλωναν, καθώς οι διακοπές ρεύματος άρχισαν να ξεπερνούν τις 12 ώρες ημερησίως, καθώς τα γεύματα άρχισαν να περικόπτονται και η πείνα να μαστίζει τον λαό, η οργή περίσσεψε. Ξέσπασε στους δρόμους και στο προεδρικό μέγαρο και μπροστάρηδες ήταν όχι οι Ταμίλ, οι μουσουλμάνοι και οι λοιπές μειονότητες, αλλά οι σιναλέζοι βουδιστές, αυτοί που είχαν ψηφίσει και ξαναψηφίσει τους Ρατζαπάκσα αλλά πλέον δεν πιστεύουν στα παραμύθια τους.
