Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε και χθες τη στάση αναμονής που τηρεί έναντι του καλπάζοντος πληθωρισμού, συνεχίζοντας να προβλέπει αποκλιμάκωσή του αργότερα φέτος, ενώ αντίθετα η Τράπεζα της Αγγλίας προχώρησε εσπευσμένα στη δεύτερη συνεχόμενη αύξηση των επιτοκίων της. Μιλώντας μετά το πέρας της χθεσινής συνεδρίασης του Δ.Σ. της ΕΚΤ, όπου διατηρήθηκε αμετάβλητη η νομισματική πολιτική, η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ παραδέχθηκε ότι ο πληθωρισμός της ευρωζώνης εξέπληξε, καθώς συνεχίζει να τρέχει πολύ ταχύτερα απ’ ό,τι προβλεπόταν.
Τη βασική ευθύνη γι’ αυτό φέρει όπως είπε το υψηλό κόστος ενέργειας με τις πρωτογενείς και δευτερογενείς επιπτώσεις του που τροφοδοτούν άνοδο των τιμών σε άλλους τομείς όπως οι μεταφορές, τα λιπάσματα και εν τέλει τα τρόφιμα. Υπογράμμισε ότι το ενδεχόμενο ο πληθωρισμός να παραμείνει υψηλός και το επόμενο διάστημα για περισσότερο απ’ όσο υπολογιζόταν αρχικά είναι πολύ πιθανό. Επέμεινε ωστόσο για ακόμη μια φορά στην πεποίθησή της ότι οι τιμές θα ξεκινήσουν την αποκλιμάκωσή τους εντός της χρονιάς.
Στο διά ταύτα, η Λαγκάρντ διεμήνυσε ότι οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής δεν θα βιαστούν για νέες κινήσεις. «Αν και υπάρχει ομόφωνη ανησυχία μεταξύ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό, είναι επίσης αποφασισμένα να μη βιαστούν για συμπεράσματα μέχρι να υπάρξουν περισσότερες πληροφορίες», είπε. «Εχουμε εντολή για τη σταθερότητα των τιμών, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να μην επισπεύσουμε αποφάσεις πριν ολοκληρωθεί η αναλυτική εργασία», πρόσθεσε υπογραμμίζοντας ότι οι συνεδρίασεις του Δ.Σ. τον Μάρτιο και τον Ιούνιο θα είναι κρίσιμες. Απέφυγε επίσης να επαναλάβει προηγούμενη εκτίμησή της ότι μια αύξηση των επιτοκίων ευρώ φέτος είναι απίθανη.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δόθηκαν προχθές, ο πληθωρισμός της ευρωζώνης ανήλθε τον Ιανουάριο στο 5,1% από 5% τον Δεκέμβριο, επίπεδο που αποτελεί νέο ιστορικό ρεκόρ. Αρκετοί οικονομικοί αναλυτές ανέμεναν ότι λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης που είχε μετά το χτύπημα της Ομικρον, στο τέλος του 2021, η ευρωπαϊκή οικονομία, ο πληθωρισμός θα υποχωρούσε τον Ιανουάριο στο 4,4%. Η άνοδός του ενισχύει τις προβλέψεις αρκετών αναλυτών του χρηματοοικονομικού τομέα ότι η ΕΚΤ θα αναγκαστεί σύντομα να αναθεωρήσει τις προβλέψεις της και να προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων της κατά 28 μονάδες βάσης συνολικά φέτος, με την πρώτη κίνησή της να εκδηλώνεται τον Ιούλιο.
Σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής σε αυτήν τη φάση ίσως αποδειχθεί λίαν αντιπαραγωγικό και ενδεχομένως καταστροφικό για την οικονομία της ευρωζώνης, η οποία, πέρα από την πανδημία και τις επιπτώσεις της, τα συνεχιζόμενα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στο διεθνές εμπόριο, το υψηλό κόστος ενέργειας και τις στρεβλώσεις στις ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος, βρίσκεται αντιμέτωπη πλέον και με την ουκρανική κρίση. Σε αυτό το ιδιαίτερα αβέβαιο περιβάλλον, πρόωρη αύξηση του κόστους του χρήματος από την ΕΚΤ θα λειτουργήσει ανασταλτικά απέναντι στην αναπτυξιακή δυναμική και τις προοπτικές που επαγγέλλονται τα δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η διάσταση αυτή ουδόλως απασχόλησε πάντως την Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία προχώρησε χθες σε νέα αύξηση των επιτοκίων της, από 0,25% στο 0,5%, με στόχο την αντιμετώπιση του πληθωρισμού ο οποίος ανήλθε τον Δεκέμβριο στο 5,4%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών.
Η βρετανική κεντρική τράπεζα προειδοποίησε μάλιστα ότι η αύξηση των λογαριασμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας θα ωθήσει τον πληθωρισμό ακόμη υψηλότερα, σε επίπεδο πάνω από το 7% ώς τον Απρίλιο, όπως και ότι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών θα συρρικνωθεί φέτος κατά 2%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη πτώση από το 1990.
