Δεν απέκτησε αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της φοροδιαφεύγοντας η Amazon, έκρινε χθες το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε μια απόφαση που προσβάλλει το κοινό περί δικαίου αίσθημα και αποτελεί χτύπημα στον αγώνα καταπολέμησης της φοροαποφυγής των πολυεθνικών.
Το ευρωπαϊκό δικαστήριο ανέτρεψε απόφαση που είχε λάβει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2017 η οποία υποχρέωνε την Amazon να πληρώσει στην κυβέρνηση του Λουξεμβούργου μη καταβληθέντες φόρους ύψους 250 εκατ. ευρώ. Εκρινε συγκεκριμένα ότι δεν υπήρξαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Αmazon απολάμβανε ειδική ευνοϊκή φορολογική συμφωνία από το Λουξεμβούργο το 2006.
Ωστόσο οι αποκαλύψεις Luxleaks είχαν φέρει στο φως το 2014 ότι τόσο η Amazon όσο και εκατοντάδες άλλες πολυεθνικές εταιρείες απολάμβαναν επί χρόνια τέτοιου είδους ευνοϊκές συμφωνίες από τις αρχές του Λουξεμβούργου οι οποίες τους επέτρεπαν την αποφυγή καταβολής φόρων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για τα κέρδη που είχαν αποκτήσει σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι πολυεθνικές είχαν θυγατρικές εταιρείες στο Μεγάλο Δουκάτο στις οποίες μετέφεραν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους από την υπόλοιπη Ευρώπη. Οι ευνοϊκές συμφωνίες που απολάμβαναν καθιστούν τη φορολόγησή τους εκεί μηδαμινή.
Αυτή η πανθομολογούμενη αλήθεια δεν αποδείχθηκε σύμφωνα με το δικαστήριο για την περίπτωση της Amazon. «Η Κομισιόν δεν απέδειξε επαρκώς νομικά ότι υπήρξε αδικαιολόγητη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης ευρωπαϊκής θυγατρικής του ομίλου Amazon», ανέφερε χαρακτηριστικά στην απόφασή του χθες το δικαστήριο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2017 επιχειρηματολογώντας για την τότε απόφασή της για τον αμερικανικό κολοσσό ηλεκτρονικού εμπορίου, η Δανέζα επίτροπος Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ είχε δηλώσει από την πλευρά της: «Το Λουξεμβούργο παρείχε παράνομα φορολογικά οφέλη στην Amazon με αποτέλεσμα σχεδόν τα 2/3 των κερδών της να μη φορολογούνται. Με άλλα λόγια επετράπη στην Amazon να πληρώσει 4 φορές λιγότερο φόρο απ’ ό,τι οι υπόλοιπες ντόπιες εταιρείες που υπόκεινται στους ίδιους εθνικούς φορολογικούς κανόνες. Κάτι το οποίο είναι με βάση τους κανόνες της Ε.Ε. για τις κρατικές ενισχύσεις παράνομο. Τα κράτη-μέλη δεν μπορούν να παρέχουν επιλεκτικά φορολογικά οφέλη σε πολυεθνικούς ομίλους έναντι των υπόλοιπων εταιρειών».
Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η δεύτερη φορά που το γενικό δικαστήριο της Ε.Ε. ανατρέπει απόφαση της Βεστάγκερ για φοροαποφυγή πολυεθνικής. Πέρυσι είχε απαλλάξει την Apple από την πληρωμή αντίστοιχων μη καταβληθέντων φόρων ύψους 13 δισ. ευρώ στον άλλο μεγάλο φορολογικό παράδεισο της Ε.Ε., την Ιρλανδία. Το δικαστήριο δείχνει με τις αποφάσεις αυτές ότι δεν θεωρεί αθέμιτη κρατική ενίσχυση τη σκανδαλώδη ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση μιας εταιρείας. Υποδεικνύει επί της ουσίας έτσι προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και λοιπούς ενδιαφερομένους ότι η μάχη κατά της φοροδιαφυγής των πολυεθνικών μέσω της παραπομπής τους για παραβίαση του ανταγωνισμού είναι χαμένη και ότι χρειάζεται πλέον απελπιστικά μια κοινή φορολογική νομοθεσία στην Ε.Ε. για όσους κλέβουν τις κυβερνήσεις.
Η δικαστική απόφαση έρχεται λίγες μόνο ημέρες μετά την αποκάλυψη ότι η Amazon -πάντα χάρη στη θυγατρική της στο Λουξεμβούργο- δεν πλήρωσε δεκάρα τσακιστή πέρυσι για φόρο στην Ευρώπη παρότι τα έσοδά της χτύπησαν ρεκόρ (βλ. «Εφ.Συν.» 5/5/2021, Το «θαύμα» της Amazon).
