Eρευνα κατά του πρώην πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον για τις πιέσεις που άσκησε υπέρ της αυστραλοβρετανικής εταιρείας χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών Greensill Capital, η οποία κατέρρευσε πριν από περίπου έναν μήνα, ξεκινά η βρετανική κυβέρνηση. Η Greensill, ένας από τους μεγαλύτερους πιστωτές αλυσίδων εφοδιασμού, κατέρρευσε στις αρχές Μαρτίου όταν κάποιοι από τους ασφαλιστές της απέσυραν την κάλυψη που της παρείχαν οδηγώντας την σε απώλειες 4,6 δισ. δολαρίων.
Ο θάνατός της βύθισε αρκετές άλλες επιχειρήσεις σε κρίση, συμπεριλαμβανομένης της Liberty Steel, η οποία απασχολεί στη Βρετανία 5.000 άτομα, ενώ προκάλεσε ζημιές σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που επένδυαν ή συνεργάζονταν μαζί της, όπως η Credit Suisse και η Softbank. O Κάμερον ενεπλάκη στην Greensill το 2018, δύο χρόνια μετά την ήττα του στο δημοψήφισμα του Brexit και την απώλεια της πρωθυπουργίας.
Συγκεκριμένα, ανέλαβε σύμβουλος της εταιρείας, αμισθί. Ομως, στην πραγματικότητα -όπως ο ίδιος φέρεται να δήλωσε σε φίλους του- έλαβε δικαιώματα προαίρεσης μετοχών (stock options) της Greensill, αξίας ίσης με το 1% του μετοχικού κεφαλαίου της. Η Greensill σκόπευε να εισαχθεί στο χρηματιστήριο με αποτίμηση 7 δισ. δολαρίων και το μερίδιο του Κάμερον είχε αξία 70 εκατ. δολάρια, ενώ δουλειά τού πρώην πρωθυπουργού ήταν η άσκηση πιέσεων στη βρετανική κυβέρνηση για την προώθηση των συμφερόντων της.
Ωστόσο ο ίδιος το απέκρυψε από το Μητρώο Συμβούλων Λόμπι της Βρετανίας το οποίο ο ίδιος είχε ιδρύσει όταν ήταν πρωθυπουργός. Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του βρετανικού Τύπου, ο Κάμερον, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού, απέστειλε αλλεπάλληλα μηνύματα προς τον Βρετανό υπουργό Οικονομικών Ρίσι Σούνακ, ζητώντας του να μεσολαβήσει προκειμένου να έχει η Greensill Capital πρόσβαση στην εταιρική χρηματοδοτική διευκόλυνση που είχε, εκτάκτως, θεσπίσει η Τράπεζας της Αγγλίας.
Επίσης, σύμφωνα με δημοσιεύματα, έγινε μια κλήση μεταξύ των δύο, ενώ μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 2020 ο Κάμερον είχε και 10 τηλεσυναντήσεις με τον δεύτερο μόνιμο γραμματέα και άλλα ανώτερα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα μάλιστα με κάποια μηνύματα που δημοσιοποιήθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα, ο Σούνακ φαίνεται ότι συνεργάστηκε μαζί του. Σε ένα εξ αυτών φέρεται να προτρέπει τον Κάμερον: «Πίεσε την ομάδα προκειμένου να διερευνήσει μια εναλλακτική λύση με την τράπεζα που θα μπορούσε να λειτουργήσει».
Η Greensill, παρότι απορρίφθηκε από την παραπάνω πιστοληπτική γραμμή της κεντρικής τράπεζας, κατάφερε αργότερα να πιστοποιηθεί σε ένα άλλο πρόγραμμα δανειοδότησης μεγάλων επιχειρήσεων (CLBILS) που της παρείχε πρόσβαση σε εγγυημένα από το βρετανικό κράτος δάνεια ύψους έως και 50 εκατ. λιρών.
Πολυσχιδής λομπίστας
Εκτός του υπουργείου Οικονομικών, ο Κάμερον άπλωσε τα δίχτυα του και αλλού. Φέρεται ότι οργάνωσε συνάντηση του δισεκατομμυριούχου ιδρυτή τής Greensill, Λεξ Γκρίνσιλ, με τον υπουργό Υγείας της κυβέρνησης Τζόνσον, Ματ Χάνκοκ, για ένα… «ποτό μεταξύ μας». Εκεί λέγεται ότι ασκήθηκαν πιέσεις στον Χάνκοκ προκειμένου να εισαγάγει ένα σύστημα πληρωμών που υιοθετήθηκε από το Εθνικό Σύστημα Υγείας για το προσωπικό του.
Πιέσεις υπέρ της Greensill ο Κάμερον άσκησε και στη Σαουδική Αραβία. Δεν δίστασε μάλιστα γι’ αυτόν τον σκοπό να πάει ταξίδι στην έρημο με τον πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος θεωρείται από τις αμερικανικές αρχές ο ιθύνων νους της δολοφονίας του δημοσιογράφου της Washington Post, Τζαμάλ Κασόγκι, στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη.
Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση της ιαπωνικής SoftBank για επενδύσεις επιπλέον 655 εκατ. δολαρίων στην Greensill. Το Vision Fund της Softbank ήταν ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές της Greensill με περίπου 1,5 δισ. δολάρια πριν από την κατάρρευση. Μεγαλύτερος επενδυτής του Vision Fund είναι το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας. Διόλου τυχαία ο Γκρίνσιλ πάντα καυχιόταν ότι ο Κάμερον τον βοήθησε να δεθεί με τον Σαλμάν.
Η δράση του Κάμερον έχει προκαλέσει σάλο. Ο πρώην πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν τόνισε προχθές σε δηλώσεις του ότι το θέαμα πρώην πρωθυπουργών που ασκούν πιέσεις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις για προσωπικό όφελος «απλά οδηγεί τις δημόσιες υπηρεσίες σε ανυποληψία».
